
Ένας άνθρωπος που μισήθηκε από την Αριστερά και δεν αγαπήθηκε ποτέ από τη Δεξιά. Γράφει ο Παύλος Παπαδόπουλος.
Ο Άρης Αλεξάνδρου (1922–1978) υπήρξε μια από τις πιο ιδιότυπες και ανυπότακτες μορφές της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας. Γεννημένος στο Λένινγκραντ και μεγαλωμένος στην Αθήνα, κουβαλούσε από νωρίς μια διπλή πολιτισμική ταυτότητα που διαπέρασε το έργο και τη σκέψη του. Πολιτικά ανένταχτος αλλά βαθιά στρατευμένος στην αναζήτηση της αλήθειας, αρνήθηκε να υποταχθεί σε κάθε μορφή ιδεολογικής πειθαρχίας. Για τη στάση του αυτή πλήρωσε βαρύ τίμημα: εξορίες, φυλακίσεις και συνεχείς διώξεις, που δεν κατάφεραν όμως να λυγίσουν το πνεύμα του. Αντίθετα, τον οδήγησαν σε μια σκληρή, διαυγή ματιά πάνω στην ανθρώπινη συνείδηση και την ευθύνη.
Το έργο του, με κορυφαίο το μυθιστόρημα Το Κιβώτιο, αποτελεί μια βαθιά τομή στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική λογοτεχνία αντιμετώπισε την Ιστορία, την ιδεολογία και την έννοια της αλήθειας. Μέσα από μια πυκνή, σχεδόν ασφυκτική αφήγηση, ο Αλεξάνδρου αποδομεί τους μηχανισμούς της εξουσίας και αποκαλύπτει την τραγική μοναξιά του ατόμου που καλείται να δώσει νόημα σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις. Με γλώσσα λιτή αλλά διαπεραστική, και με μια υπόγεια ένταση που διαρκώς κλιμακώνεται, το έργο του δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις· αντίθετα, θέτει τον αναγνώστη απέναντι στις πιο σκληρές και αναπόφευκτες ερωτήσεις.
Ο Αλεξάνδρου υπήρξε επικριτής των κομμουνιστών εκ των έσω. Επρόκειτο για αριστερός, επί πολλά έτη διωγμένος, εξόριστος και φυλακισμένο. Δεν έγραψε από ασφάλεια αλλά από τραύμα και εμπειρία. Η κριτική του δεν είναι αντικομμουνιστική με την έννοια της Δεξιάς αλλά αντι-δογματική, αντι-κομματική, αντι-μηχανιστική.
Ας δούμε όμως τι ακριβώς κατηγορεί, δεν κατηγορεί την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κατηγορεί το Κόμμα ως αλάθητο την πειθαρχία χωρίς κρίση την ιδεολογία που απαιτεί θυσία χωρίς εξήγηση την αντικατάσταση της συνείδησης από τον κανονισμό Με μια φράση Δεν κατηγορεί την Αριστερά. Κατηγορεί τη στιγμή που η Αριστερά έπαψε να είναι ανθρώπινη. Ας πάμε να εμβαθύνουμε στο ένα και μοναδικό του μυθιστόρημα. «Το Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου δεν είναι απλώς μυθιστόρημα. Είναι ανακριτικός μονόλογος, ιδεολογική εξομολόγηση και υπαρξιακή παγίδα.
Τι ακριβώς είναι το Κιβώτιο; Στην επιφάνεια:
Μια ομάδα αγωνιστών σε εμφυλιακό πλαίσιο αναλαμβάνει να μεταφέρει ένα κιβώτιο από μια πόλη σε μια άλλη, για λογαριασμό της «Οργάνωσης». Στην ουσία το κιβώτιο είναι το Απόλυτο Σύμβολο, η πίστη, η εντολή, όμως και το νόημα που υποτίθεται ότι υπάρχει. Και στο τέλος είναι άδειο! Όλο το βιβλίο είναι απολογία ενός κρατουμένου γραμμένη σαν αναφορά προς μια αόρατη, απρόσωπη Αρχή. Εμείς ως αναγνώστες δεν ξέρουμε ποιος ανακρίνει, αν υπάρχει δίκαιη κρίση, αν η εξουσία έχει πρόσωπο. Υφίσταται μόνο γλώσσα, εξουσία και φόβος.
Οι θάνατοι
Η αποστολή αποδεκατίζει την ομάδα. Όχι μόνο από τον εχθρό, αλλά από καχυποψία, εκτελέσεις «για το καλό της αποστολής» και τυφλή πειθαρχία. Το σύστημα δηλαδή κατά κάποιο τρόπο τρώει τα παιδιά του. Το μεγάλο σοκ είναι το άδειο κιβώτιο… Το άδειο κιβώτιο σημαίνει ότι ο αγώνας ήταν χωρίς περιεχόμενο, η ιδεολογία χωρίς άνθρωπο, η θυσία χωρίς νόημα, η πίστη χωρίς αλήθεια Και το πιο τρομακτικό, πως Κανείς δεν αμφισβήτησε την αποστολή όσο υπήρχε η εντολή.
Η Γλώσσα του έργου είναι στεγνή, επαναληπτική, σχεδόν στρατιωτική σαν πρακτικό ανάκρισης. Η γλώσσα φυλακίζει τον αφηγητή όσο και το κελί.
Τι πραγματεύεται βαθιά το Κιβώτιο;
Την αποτυχία των βεβαιοτήτων, την τυραννία της Ιδέας, τον άνθρωπο που γίνεται εργαλείο και την ενοχή τού να υπακούς Δεν κατηγορεί μόνο την εξουσία. Κατηγορεί και εμάς που θέλουμε να πιστεύουμε. Το Κιβώτιο λέει: Δεν μας πρόδωσαν. Υπακούσαμε.
Η Ιδέα ως Μηχανισμός Εξόντωσης
Το μυθιστόρημα είναι μια από τις πιο σκληρές πολιτικές καταγγελίες που γράφτηκαν στα ελληνικά — χωρίς ονόματα, χωρίς συνθήματα. Η Οργάνωση δεν έχει πρόσωπο, άρα δεν λογοδοτεί. Οι εντολές είναι απόλυτες άρα δεν επιδέχονται ερμηνεία. Η πειθαρχία γίνεται αυτοσκοπός και όχι μέσο. Οι εκτελέσεις δεν γίνονται από μίσος αλλά «για την αποστολή»
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο κάθε ολοκληρωτισμού:
όταν το έγκλημα γίνεται διαδικασία. Το άδειο κιβώτιο ξεσκεπάζει ότι δεν υπήρχε σχέδιο, δεν υπήρχε τελικός σκοπός υπήρχε μόνο διατήρηση ελέγχου. Η Επανάσταση μετασχηματίζεται σε γραφειοκρατία θανάτου.
Ο άνθρωπος χωρίς νόημα, που συνεχίζει.
Ο αφηγητής δεν είναι ήρωας. Είναι άνθρωπος που δεν άντεξε να αμφισβητήσει. Δεν ρωτάει «γιατί». Ρωτάει μόνο «έκανα σωστά;» Η ζωή του αποκτά νόημα μόνο μέσω της αποστολής.
Όταν το κιβώτιο βγαίνει άδειο καταρρέει η πίστη αλλά όχι η ενοχή! Το πιο τραγικό; Δεν απελευθερώνεται. Μένει ένοχος χωρίς λόγο. Εδώ ο Αλεξάνδρου συναντά τον Κάφκα (αόρατη εξουσία), τον Σαρτρ (ευθύνη χωρίς δικαιολογία) και τον Ντοστογιέφσκι του Υπογείου (αυτοενοχοποίηση).
Όταν η γλώσσα αντικαθιστά τη σκέψη.
Η μορφή του βιβλίου είναι ξεκάθαρα προφητική: αναφορά, κατάθεση, φάκελος Η γλώσσα επαναλαμβάνει, διορθώνει τον εαυτό της και αυτολογοκρίνεται. Ο αφηγητής δεν ξέρει πια τι σκέφτεται, μόνο τι επιτρέπεται να ειπωθεί. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια βασανιστήρια.
Ο κρατούμενος όχι απλά ανακρίνει τον εαυτό του, πειθαρχεί μόνος του και ζητάει τιμωρία. Το απόλυτο όνειρο κάθε ολοκληρωτισμού είναι οι Υπήκοοι που αυτοκαταδικάζονται.
Το Κιβώτιο ως ενιαίο έργο
Πολιτικά: λοιπόν δείχνει πώς μια Ιδέα σκοτώνει.
Υπαρξιακά δείχνει πώς ο άνθρωπος παραιτείται από την ελευθερία του.
Ιστορικά/προφητικά: δείχνει πώς γεννιέται ο μηχανισμός της τυραννίας. Και όλα αυτά χωρίς να υψώσει φωνή. Το κιβώτιο ήταν άδειο. Η ενοχή όμως, πλήρης.
Η σχέση του Κιβωτίου με τον Εμφύλιο.
Ο Εμφύλιος δεν κατονομάζεται, αλλά είναι παντού. Η αποστολή, η Οργάνωση, οι εσωτερικές εκτελέσεις, η καχυποψία, η απόλυτη πειθαρχία κλπ. Όλα αυτά είναι αναγνωρίσιμα βιώματα του χώρου της Αριστεράς στον Εμφύλιο και αμέσως μετά. Ο Αλεξάνδρου δεν γράφει ιστορικό μυθιστόρημα.
Γράφει μετα-εμφυλιακή μνήμη. Το Κιβώτιο δεν αφορά τη μάχη με τον «εχθρό». Αφορά: τι κάνει ένας μηχανισμός εξουσίας στους δικούς του. Και αυτό είναι εμφυλιακό στον πυρήνα του:
ο πόλεμος μέσα στο ίδιο στρατόπεδο.
Γιατί το άδειο κιβώτιο είναι πολιτική βόμβα επειδή Αν το κιβώτιο περιείχε κάτι όπως όπλα, έγγραφα, σχέδιο τότε οι θυσίες θα είχαν κάποιο νόημα. Το ότι είναι άδειο σημαίνει ότι οι άνθρωποι πέθαναν για μια εντολή, όχι για έναν σκοπό, όχι για έναν λαό, όχι για μια αλλαγή Αυτό είναι η πιο σκληρή κριτική στον σταλινικό κομματισμό που γράφτηκε στα ελληνικά.
Άρα ο Αλεξάνδρου υπήρξε Αριστερός ή αποστάτης. Απαντάμε: Ούτε αποστάτης, ούτε μετανοημένος. Ο Αλεξάνδρου είναι, αριστερός χωρίς κόμμα, επαναστάτης χωρίς μηχανισμό, πιστός στην ελευθερία, όχι στη γραμμή. Γι’ αυτό δεν τον αγκάλιασε ποτέ η επίσημη Αριστερά και δεν τον αγάπησε ποτέ η Δεξιά Έμεινε μόνος. Και γι’ αυτό καθαρός. Ο Άρης Αλεξάνδρου δεν πρόδωσε την Αριστερά. Αρνήθηκε να προδώσει τον άνθρωπο στο όνομά της.
Το Κιβώτιο σε σύγκριση με Ρίτσο – Αναγνωστάκη – (και γιατί ο Αλεξάνδρου ξεχωρίζει).
Ο Ρίτσος, ακόμη κι όταν πονά, πιστεύει. Πιστεύει στον λαό στη θυσία και στη συνέχεια του αγώνα Ακόμη και στα σκοτεινά του ποιήματα, υπάρχει ιστορική νομιμοποίηση: «υποφέραμε, αλλά για κάτι». Ο Αλεξάνδρου λέει το αντίθετο: «υποφέραμε — και ίσως για τίποτα». Δεν υπάρχει λύτρωση. Ούτε ποιητική, ούτε συλλογική.
Ο Αναγνωστάκης. Εδώ πλησιάζουμε πολύ. Ο Αναγνωστάκης μιλά για ήττα, για ενοχή και για ψευδαισθήσεις. Αλλά ακόμη μιλά από μέσα διατηρεί έναν ηθικό πυρήνα:«κάναμε λάθη, αλλά ήμασταν άνθρωποι» Ο Αλεξάνδρου πάει ένα βήμα πιο πέρα — και γι’ αυτό είναι πιο άβολος. Μήπως δεν κάναμε απλώς λάθη; Μήπως το ίδιο το σύστημα παρήγαγε το έγκλημα; Αυτό δεν συγχωρείται εύκολα.
Γιατί ο Αλεξάνδρου όμως έμεινε μόνος. Γιατί δεν εξιδανίκευσε, δεν «έσωσε» το αφήγημα, δεν κράτησε σημαία, μόνο συνείδηση. Το Κιβώτιο δεν προσφέρεται για επετείους, πανό και επαναστατική νοσταλγία. Είναι αντι-ηρωικό. Και αυτό το πληρώνεις.
Γιατί το Κιβώτιο φοβίζει ακόμη (και σήμερα)
Ας το πούμε καθαρά.
Το βιβλίο δεν αφορά μόνο κομμουνιστικά κόμματα.
Αφορά κάθε κλειστό σύστημα εξουσίας και ξεσκεπάζει την εντολή χωρίς εξήγηση, την πειθαρχία χωρίς κρίση, τη γλώσσα που ακυρώνει τη σκέψη, την «ευθύνη» που μετατίθεται προς τα πάνω. Και το πιο επικίνδυνο: άνθρωποι που αυτοελέγχονται πριν ελεγχθούν.
Είναι σύγχρονο επειδή Σήμερα δεν έχουμε κομματικούς καθοδηγητές στο βουνό. Έχουμε οργανισμούς, αλγορίθμους, γραμμές επικοινωνίας, «πρωτόκολλα. Το Κιβώτιο διαβάζεται σήμερα σαν εγχειρίδιο πειθαρχίας, ψυχολογία υπακοή. Η πρόβλεψη κοινωνιών ελέγχου. Και πάντα κάποιος κουβαλάει ένα κιβώτιο
χωρίς να ξέρει τι έχει μέσα
αλλά φοβάται να το ανοίξει.
Μια σκληρή αλλά τίμια σύνοψη: Ο Ρίτσος κράτησε την πίστη. Ο Αναγνωστάκης κράτησε την αμφιβολία. Ο Αλεξάνδρου κράτησε την ευθύνη. Και αυτό είναι το πιο βαρύ φορτίο απ’ όλα. Το Κιβώτιο δεν κατηγορεί μια ιδεολογία.
Κατηγορεί την άρνηση να σκεφτούμε μόνοι μας.
Ας σταθούμε λοιπόν μόνο στο άδειο κιβώτιο — όχι βιαστικά. Το κιβώτιο ως αντικείμενο πίστης. Το κιβώτιο δεν ανοίγεται.
Δεν ελέγχεται. Δεν αμφισβητείται. Ακριβώς όπως η γραμμή, η εντολή και η Ιδέα. Το περιεχόμενο δεν έχει σημασία όσο υπάρχει η βεβαιότητα ότι κάτι σπουδαίο υπάρχει μέσα. Η πίστη προηγείται της αλήθειας.
Όταν αποκαλύπτεται ότι το κιβώτιο είναι άδειο, δεν αποκαλύπτεται απλώς μια απάτη. Αποκαλύπτεται κάτι πολύ χειρότερο: ότι ο μηχανισμός λειτουργούσε τέλεια και χωρίς περιεχόμενο. Δηλαδή οι θάνατοι, οι εκτελέσεις, η πειθαρχία και ο φόβος δεν ήταν «παρεκτροπές» αλλά αυτοσκοπός.
Το κιβώτιο είναι καθρέφτης Το κενό κιβώτιο δεν γελοιοποιεί τους ήρωες. Τους γυμνώνει γιατί αποκαλύπτει ότι: κανείς δεν κουβαλούσε ένα αντικείμενο, κουβαλούσαν την ανάγκη να υπακούσουν. Το βάρος δεν ήταν το κιβώτιο. Ήταν η ανάγκη για νόημα. Το πιο σκληρό σημείο, το πραγματικά τρομακτικό δεν είναι ότι ήταν άδειο. Είναι ότι αν δεν άνοιγε ποτέ, τίποτα δεν θα είχε αλλάξει. Η αποστολή θα είχε «επιτύχει». Οι νεκροί θα ήταν «αναγκαίοι». Η ενοχή θα είχε τακτοποιηθεί. Το κενό λειτουργεί μόνο όταν αποκαλύπτεται. Μέχρι τότε, είναι τέλειο.
Η Υπαρξιακή διάσταση του κενού
Το κιβώτιο, εμβαθύνοντας ανακαλύπτουμε ότι είναι ο σκοπός που δίνουμε στη ζωή μας, η ιδέα που μας γλιτώνει από την ευθύνη και το «για κάτι» που μας επιτρέπει να αντέχουμε. Όταν αποδεικνύεται κενό δεν μένει ελευθερία, μένει ενοχή χωρίς άλλοθι Ο αφηγητής δεν λέει «με εξαπάτησαν». Λέει «υπάκουσα».
Αν το συμβολίσουμε πολιτικά το άδειο κιβώτιο λέει, μια εξουσία δεν χρειάζεται αλήθεια — χρειάζεται μόνο να μην κοιτάξεις μέσα. Και το πιο βαθύ, κατά τη γνώμη μου Το κιβώτιο δεν είναι άδειο από την αρχή. Αδειάζει όσο δεν το ανοίγεις. Κάθε φορά που δεν ρωτάς, δεν αντιστέκεσαι, δεν σκέφτεσαι αφαιρείται λίγο ακόμη περιεχόμενο. Στο τέλος
μένει μόνο το σχήμα.
Το κέλυφος. Η εντολή.
Δεν θα το «αναλύσουμε» άλλο.
Θα το ξεδιπλώσουμε, μέχρι τέλους.
Στον Εμφύλιο – και ειδικά στην πλευρά της ηττημένης Αριστεράς – χιλιάδες άνθρωποι υπάκουσαν, θυσιάστηκαν, σιώπησαν εκτέλεσαν και εκτελέστηκαν. Χωρίς ποτέ να μάθουν ποιος αποφασίζει, γιατί και για ποιο τελικό σχέδιο Το Κιβώτιο συμπυκνώνει αυτή την εμπειρία σε ένα αντικείμενο.
Το άδειο κιβώτιο αποκαλύπτει ότι δεν υπήρχε «μεγάλο σχέδιο»
υπήρχε μόνο διαχείριση πίστης και φόβου Ιστορικά, αυτό είναι το πιο επώδυνο συμπέρασμα για μια γενιά που πίστεψε ότι ήταν φορέας της Ιστορίας. Πολιτικά δηλαδή συμβολίζει το κενό ως μηχανισμός εξουσίας. Το κιβώτιο λειτουργεί τέλεια ακριβώς επειδή είναι κλειστό. Για κάθε εξουσία όσο λιγότερο ξέρεις, τόσο πιο απόλυτα υπακούς Το ενδεχόμενο περιεχόμενο θα δημιουργούσε ερωτήσεις, κρίση και ευθύνη. Το κενό όμως δεν ελέγχεται δεν διαψεύδεται δεν αμφισβητείται. Γι’ αυτό το κιβώτιο ακριβώς δεν έπρεπε ποτέ να ανοιχτεί. Η αποκάλυψη δεν καταρρίπτει απλώς ένα ψέμα.
Καταρρίπτει την ανάγκη της εξουσίας να έχει νόημα.
Το κενό εξελίσσεται σε ανθρώπινη ανάγκη Εδώ το έργο γίνεται αβάσταχτο. Ο άνθρωπος αντέχει σχεδόν τα πάντα, αν πιστεύει ότι «γίνεται για κάτι» Το κιβώτιο είναι ο λόγος που σηκώνεσαι, η εξήγηση του πόνου, το άλλοθι της υπακοής. Όταν είναι άδειο, δεν μένει λύτρωση, νόημα και δικαίωση. Μένει μόνο: «Εγώ το έκανα». Και αυτό είναι βαρύτερο από κάθε τιμωρία.
Ο αφηγητής γράφει, ξαναγράφει, διορθώνει. Γιατί;
Για να γεμίσει το κενό. Η γλώσσα γίνεται άμυνα, απόδειξη υπακοής και υποκατάστατο νοήματος Όσο πιο άδειο το κιβώτιο,
τόσο πιο φλύαρη η αναφορά. Αυτό είναι το ψυχολογικό τίμημα: όταν δεν υπάρχει νόημα, παράγουμε λόγο.
Σύγχρονα: τα κιβώτια του σήμερα
Σήμερα τα κιβώτια δεν είναι ξύλινα. Είναι στόχοι χωρίς περιεχόμενο, δείκτες απόδοσης, «πρωτόκολλα», «έτσι πρέπει» και «άνωθεν εντολές» Και πάλι κάποιοι κουβαλάνε, κάποιοι χάνονται, κάποιοι τιμωρούνται χωρίς να ξέρουν τι υπάρχει μέσα. Και συχνά φοβούνται να κοιτάξουν.
Το πιο σκληρό συμπέρασμα (και το πιο τίμιο): Το κιβώτιο δεν εξαπάτησε κανέναν. Το κενό το αποδεχτήκαμε, το προστατέψαμε, το κουβαλήσαμε. Γιατί μας γλίτωνε από το να πούμε «Δεν ξέρω γιατί το κάνω — αλλά το κάνω». Το άδειο κιβώτιο δεν καταδικάζει την Ιδέα.
Καταδικάζει τη στιγμή που σταματάμε να ρωτάμε αν υπάρχει κάτι μέσα.
Γιατί ήταν κενό αφού ξέρανε τι κάνανε οι αριστεροί στον εμφύλιο; Ναι — ήξεραν.
Ήξεραν τι έκαναν οι αριστεροί στον Εμφύλιο. Ήξεραν για εκτελέσεις, καχυποψία, πειθαρχία μέχρι θανάτου.
Ο Αλεξάνδρου δεν ήταν αφελής. Και ακριβώς γι’ αυτό το κιβώτιο είναι κενό.
Το κιβώτιο δεν είναι «άγνοια» — είναι απουσία τελικού σκοπού. Το κενό δεν σημαίνει «δεν έγινε τίποτα», σημαίνει «ό,τι έγινε δεν οδηγούσε πουθενά» Οι πράξεις υπήρξαν, βία υπήρξε αλλά και η πίστη υπήρξε. Αυτό που δεν υπήρξε ήταν ο τελικός ανθρώπινος σκοπός, το νόημα που να δικαιώνει τη θυσία, και κάτι πέρα από τη διατήρηση του μηχανισμού. Το κιβώτιο είναι κενό γιατί στο τέλος της διαδρομής δεν υπήρχε άνθρωπος.
Ο Αλεξάνδρου λέει κάτι πιο σκληρό από «κάναμε λάθη». Αν το κιβώτιο είχε μέσα έστω ένα λάθος σχέδιο, θα μπορούσες να πεις: «αποτύχαμε, αλλά προσπαθήσαμε» Αν είχε μέσα μια προδοσία, θα μπορούσες να πεις: «μας εξαπάτησαν» Αλλά το κενό λέει: Δεν υπήρχε τίποτα να προδοθεί. Και αυτό είναι η πιο αμείλικτη κριτική:
ότι η βία δεν ήταν παρέκκλιση από τον σκοπό —
ήταν υποκατάστατο σκοπού.
Γιατί τότε τόσοι άνθρωποι πίστεψαν; Γιατί στον Εμφύλιο: το χάος ζητάει βεβαιότητες, ο φόβος ζητάει εντολές, η ήττα ζητάει νόημα. Το Κόμμα (όχι μόνο το κομμουνιστικό — κάθε απόλυτο σύστημα) πρόσφερε εξήγηση, πειθαρχία και ταυτότητα. Το κιβώτιο γέμιζε ψυχολογικά, όχι πολιτικά. Και αυτό είναι το τραγικό: δεν κουβαλούσαν ένα ψέμα
κουβαλούσαν μια ανάγκη.
Το κενό είναι ηθικό, όχι ιστορικό. Ο Αλεξάνδρου δεν λέει «δεν υπήρξε αγώνας», λέει: ότι «ο αγώνας αποσυνδέθηκε από την ευθύνη» όταν σκοτώνεις «για την υπόθεση» χωρίς να μπορείς να πεις ποια ακριβώς υπόθεση και ποιον ακριβώς υπηρετεί. Τότε, στο βάθος, δεν υπάρχει τίποτα μέσα. Η πιο επικίνδυνη στιγμή όμως έρχεται όταν το κενό δεν ενοχλεί. Το βιβλίο δεν φοβάται τόσο το άδειο κιβώτιο. Φοβάται το εξής: ότι οι άνθρωποι συνέχισαν να πεθαίνουν
χωρίς να τους νοιάζει αν είναι άδειο. Αυτό είναι το εμφυλιακό τραύμα που δεν λέγεται εύκολα, δηλαδή δεν φταίνε μόνο οι ηγεσίες, φταίει και η ανακούφιση της υπακοής
Η τελική απάντηση, χωρίς λογοτεχνία: Το κιβώτιο ήταν κενό όχι γιατί δεν ήξεραν τι έκαναν,
αλλά γιατί αυτό που έκαναν είχε χάσει κάθε ανθρώπινο μέτρο. Και όταν ο σκοπός δεν μπορεί να ειπωθεί χωρίς φόβο,
χωρίς τύψεις,
χωρίς διορθώσεις, τότε — όσο βαρύ κι αν είναι —
είναι κενό.
Μία φράση-κλειδί, αυστηρή:
Ο Αλεξάνδρου, εν κατακλείδι, δεν είπε «δεν αγωνιστήκατε». Είπε «αγωνιστήκατε, αλλά στο τέλος δεν υπήρχε κανείς να δικαιωθεί»…
-Ο Παύλος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στη Δράμα, μεγάλωσε στις Σέρρες και έζησε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Από το 1996 εργάζεται στο δημόσιο σε διάφορες διοικητικές θέσεις. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, της Σχολής Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας, της Σχολής Επιμόρφωσης και μετεκπαίδευσης ΕΛ.ΑΣ., και της Σχολής Ελληνικού Πολιτισμού, του Τμήματος Ανθρωπιστικών. Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά.


