Έλενα Ακρίτα: Πώς νίκησα την κατάθλιψη – Είμαι κομμένη εδώ και χρόνια από την ΕΡΤ

Η Έλενα Ακρίτα, σε μία εκ βαθέων συνέντευξη, μιλά στο ethnos.gr για το νέο της βιβλίο «Σκισμένο Τούλι», τη Σοφία Μπεκατώρου, τη διαφορετικότητα, την κατάθλιψη και τονίζει ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες, αλλά «δεν πιστεύω ότι θα έρθουν μόνες τους. Πρέπει να τις φέρουμε εμείς»

Η Έλενα Ακρίτα, η οποία ήθελε όταν μεγαλώσει να γίνει μοδίστρα, αλλά τελικά την κέρδισε η δημοσιογραφία και η συγγραφή, είναι ένας ειλικρινής και χειμαρρώδης χαρακτήρας, τον οποίο απολαμβάνουμε να τον ακούμε όσο και να τον διαβάζουμε. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του βραβευμένου βιβλίου της «Τα Τάπερ της Αλίκης», η αγαπημένη συγγραφέας επιστρέφει με το «Σκισμένο Τούλι» από τις εκδόσεις Διόπτρα. Πέντε γυναίκες προχωρούν πιασμένες χέρι χέρι, αδιαφορώντας για ηλικίες, τάξεις και γενιές. Πετάνε τα σκισμένα τούλια από πάνω τους και διεκδικούν τη ζωή τους από την αρχή. Σε μια εποχή που τα ανθρώπινα δικαιώματα πνίγονται στις κραυγές των αρνητών τους, η Έλενα Ακρίτα με χιούμορ και συγκίνηση αφηγείται μια δυνατή ιστορία, ενώ η πένα της γίνεται αγωγός για να ακουστεί η κρυφή φωνή που ξεκινάει από μέσα μας.

 «Ο κοινός άξονας στα δύο τελευταία μου μυθιστορήματα έχει να κάνει με μία πιο φεμινιστική προσέγγιση απέναντι στα πράγματα, χωρίς όμως οι δύο ιστορίες να έχουν καταγγελτικό λόγο. Δηλαδή από “Τα Τάπερ της Αλίκης”, που ξεκινάει τη δεκαετία του ‘80 μέχρι “Το Σκισμένο Τούλι”, που εκτυλίσσεται στα χρόνια της πανδημίας, υπάρχει μία συνάφεια σε θέματα, όπως είναι η κακοποίηση, ο βιασμός και το μπούλινγκ. Παράλληλα, και στα δύο βιβλία υπάρχει η καχυποψία που αντιμετωπίζουν τα ομόφυλα ζευγάρια. Στο “Τάπερ της Αλίκης” είναι δύο αγόρια που είναι μαζί από το σχολείο και στο “Σκισμένο Τούλι” είναι δύο γυναίκες που επίσης είναι πολλά χρόνια μαζί, αλλά ζουν κάτω από αυτό το λοξό και στραβό βλέμμα της κοινωνίας. Υπάρχουν, λοιπόν, κοινές θεματικές που έχουν να κάνουν με αυτά που προβληματίζουν τον συγγραφέα, δηλαδή εμένα στην προκειμένη περίπτωση» αναφέρει η Έλενα Ακρίτα στο ethnos.gr.

Τραγικό πρόσωπο στο «Σκισμένο Τούλι» είναι η Μάρω, μία παντρεμένη γυναίκα, η οποία πέφτει θύμα πολλαπλού βιασμού και, παρά τις ιατροδικαστικές αποδείξεις, θα πρέπει να ξεκινήσει έναν δύσκολο δικαστικό αγώνα για να τιμωρήσει τους βιαστές της που έχουν χρήματα και «άκρες». «Αυτό που έχει ενδιαφέρον στην περίπτωση της Μάρως είναι το πώς διαχειρίζεται μία τεράστια προσωπική τραγωδία. Ειδικά αυτή την περίοδο που οι καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση έρχονται η μία μετά την άλλη στο φως. Η εμπειρία της Μάρως είναι ταυτόχρονα ότι πιο διαχρονικό και επίκαιρο μπορεί κανείς να ζήσει στην εποχή και στον τόπο μας. Δηλαδή η Μάρω είναι η Μπεκατώρου. Η Μάρω είναι το κορίτσι που στο μπαρ της πιάνει τα οπίσθια ο μαγαζάτορας. Η Μάρω είναι το κορίτσι, που μπαίνει στο λεωφορείο και της βάζουν χέρι. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι η Μάρω. Αυτό που αγαπώ περισσότερο σε αυτό το κορίτσι είναι το γεγονός ότι δεν είναι ούτε Μπουμπουλίνα ούτε Αμαζόνα. Η Μάρω φοβάται, έχει τύψεις και πιστεύει ότι φταίει αυτή για όσα της συνέβησαν. Λέει ότι φταίει η φούστα της και αναρωτιέται αν είναι γυναίκα ελαφρών ηθών. Προσωποποιεί και κατά κάποιο τρόπο σωματοποιεί τόσο πολύ τις ενοχές της που της βγαίνει σε κατάθλιψη.  Γι’ αυτό και ζητάει βοήθεια από ψυχίατρο. Βγαίνει μπροστά με πολύ μεγάλο κόστος και με μεγάλο τίμημα. Πολλές φορές το μετανιώνει, αυτοθυματοποιείται και λυγίζει. Είναι στιγμές που αναρωτιέται να πάρει τα χρήματα που της δίνουν γιατί δεν είναι άγια, αλλά ανθρώπινη. Είναι μία γυναίκα με σάρκα και οστά, πλέον άνεργη, με έναν άντρα που τα φέρνει δύσκολα οικονομικά. Είναι μία γυναίκα, όπως όλες μας. Απλά η Μάρω βρίσκει το κουράγιο και κάνει την υπέρβαση. Κάτι που μερικές από εμάς δεν το καταφέρνουμε» τονίζει η συγγραφέας.

Σοφία Μπεκατώρου

Η κυκλοφορία του βιβλίου της Έλενας Ακρίτα και η ιστορία της Μάρως συνέπεσε χρονικά με την υπόθεση της Σοφίας Μπεκατώρου, η οποία τόλμησε, έσπασε τη σιωπή της και μίλησε για τη σεξουαλική κακοποίηση που έχει υποστεί από παράγοντα της ιστιοπλοϊκής ομοσπονδίας. Ηδη, μάλιστα, το δρόμο που χάραξε η Σοφία Μπεκατώρου ακολούθησαν κι άλλες αθλήτριες, οι οποίες μίλησαν για τις τραυματικές εμπειρίες που έχουν βιώσει. «Αυτό είναι μόνο η αρχή. Με αφορμή τη Σοφία Μπεκατώρου, ξεκινάει ένα #metoo και στην Ελλάδα με καθυστέρηση τεσσάρων με πέντε χρόνων. Πιστεύω ότι θα ανοίξουν κι άλλα στόματα και σε άλλους χώρους. Γιατί τα ίδια συμβαίνουν σε όλους τους εργασιακούς χώρους. Και εμείς στα νιάτα μας στη δημοσιογραφία τα είχαμε υποστεί όλα αυτά, απλά εμείς τότε δεν ξέραμε καν τη λέξη “παρενόχληση”. Λέγαμε: “σου έβαλε χέρι” ή “σου ρίχτηκε”. Κάτι τέτοια. Και νιώθαμε και ενοχές ότι έφταιγε η φούστα που ήταν κοντή» επισημαίνει. Για όσους ισχυρίζονται ότι η Σοφία Μπεκατώρου «άργησε» να μιλήσει, η κυρία Ακρίτα απαντά ότι «άργησε να μιλήσει γιατί υπάρχουν άτομα που ρωτάνε: “Γιατί άργησε τόσο να μιλήσει;”». Είναι αυτό που είχε πει ο Ζακ Κωστόπουλος: “O λόγος που δεν μιλάμε είναι εκείνοι που μας ρωτάνε γιατί δεν μιλάμε”. Είναι ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι».

Σύμφωνα με τη συγγραφέα, δεν υπάρχει στη χώρα μας ένα θεσμικό πλαίσιο που να προστατεύει πλήρως τα κακοποιημένα άτομα. «Υπάρχουν φορείς, υπάρχουν τρόποι να επικοινωνήσεις μία τραγωδία, αλλά μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά τα πράγματα και ιδιαίτερα στο θέμα της κακοποίησης, δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα κονδύλια για να μπορούν να υποστηριχτούν και πρακτικά αυτοί οι άνθρωποι. Δηλαδή ότι υπάρχουν γραμμές SOS που λες το πρόβλημά σου και σου δίνουν κάποιες πολύτιμες συμβουλές είναι αρκετά σημαντικό και δεν το υποτιμώ.  Και επειδή όταν έγραψα το “Σκισμένο Τούλι” δούλεψα πολύ και έκανα έρευνα σε τέτοιους φορείς κάνουν ότι μπορούν, αλλά χωρίς λεφτά δεν γίνονται πολλά πράγματα. Μπορούν να σου δώσουν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, αλλά δεν μπορούν να κάνουν περισσότερα από αυτό, όταν δεν υπάρχουν τα χρήματα να πεις ότι φτιάχνω καταφύγια για κακοποιημένα παιδιά, για μονογονεϊκές οικογένειες, για μανάδες που τις κυνηγάει ο άνδρας τους και ένα διάστημα θα πρέπει μείνουν κάπου κρυμμένες για να μην τις σκοτώσει στο ξύλο. Χρειάζονται και λεφτά και δεν υπάρχουν. Κι αν υπάρχουν δεν δίνονται εκεί που είναι οι πραγματικές κοινωνικές προτεραιότητες στον τόπο μας» τονίζει.

Έλενα Ακρίτα
Έλενα Ακρίτα (Copyright: Διόπτρα / Κοσμάς Κουμιανός)

Η Νένα, η Ιοκάστη και ο «απρόσμενος έρωτας»

Η Έλενα Ακρίτα αγαπά όλες τις γυναίκες του νέου της βιβλίου. Η Νένα, για παράδειγμα, είναι ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο της ιστορίας, η οποία θα γνωρίσει τον άντρα της ζωής της τη μέρα που παντρεύεται έναν άλλον. «Είναι μία γυναίκα που ερωτεύεται από εκεί που δεν το περιμένει. Ερωτεύεται ειλικρινά, βαθιά και σχεδόν παιδικά. Ωστόσο, και η Νένα έχει αρνητικά σημεία και γκρίζες ζώνες. Για παράδειγμα, κατηγορεί τον σύζυγό της ότι την κερατώνει, ενώ και ίδια τον απατά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αγαπάμε λιγότερο την κάθε Μάρω και την κάθε Νένα. Όσο πιο πολλές είναι οι αδυναμίες των χαρακτήρων τους και της συμπεριφοράς τους τόσο πιο πολύ τις αγκαλιάζουμε και τις αγαπάμεΤο ίδιο γίνεται και με τα αγόρια».

Ένα ακόμα ενδιαφέρον πρόσωπο μέσα από το βιβλίο είναι η Ιοκάστη, η οποία στα χρόνια της δύσης της θα ζήσει έναν εφηβικό παράφορο έρωτα. «Ο έρωτας δεν έχει ηλικία. Δεν υπάρχουν ούτε κανόνες ούτε νόρμες. Ο καθένας είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Είναι ένας και μοναδικός στον κόσμο. Με την ίδια ακολουθία και ο κάθε άνθρωπος συμπεριφέρεται διαφορετικά. Η Ιοκάστη συμπεριφέρεται ως ένα 16χρονο κοριτσάκι, αλλά παράλληλα και μία γυναίκα της ηλικίας της. Οι δύο γυναίκες αυτές, το ερωτευμένο κορίτσι και η συνταξιούχος αξιοπρεπή κυρία μέσα στην Ιοκάστη, παλεύουν συνέχεια. Από την άλλη, τα θέλω τού Γιώργου είναι πιο ξεκάθαρα μέσα του. Η Ιοκάστη είναι συνέχεια εμπρός πίσω. Πιστεύω ότι η κάθε γυναίκα έχει παραπάνω από έναν “εαυτό”. Εγώ που σας μιλάω τώρα, έχω την εμπειρία και τη γνώση της ηλικίας μου, έχω τον αυθορμητισμό ενός νέου κοριτσιού και έχω τη φιλαρέσκεια σαν γυναίκα κάποιες φορές μίας νέας κοπέλας. Όλα αυτά συνυπάρχουν μέσα μου και συνυπάρχουν σε όλες τις γυναίκες. Το θέμα είναι να μπορέσουν να συνυπάρξουν αρμονικά και να μην τσακώνονται μεταξύ τους. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα και αυτό είναι κυρίως το μεγάλο στοίχημα της Ιοκάστης» επισημαίνει.

Στη διάρκεια της πλοκής, η Ιοκάστη αισθάνεται ανασφαλής με το σώμα της, καθώς, σύμφωνα με την ίδια, έχει «πλαδαρέψει και έχει γίνει χάλια». Φοβάται ότι μόλις τη δει γυμνή ο Γιώργος, ο νέος της έρωτας, θα χάσει πάσα ιδέα γι’ αυτήν. Ρωτάω, λοιπόν, την κυρία Ακρίτα αν και η ίδια όσο περνούν τα χρόνια έχει ανασφάλειες με το σώμα και την εμφάνισή της. «Σαφώς και έχω! Αν και η λογική μού λέει ότι η φθορά που υφίσταται το σώμα μου είναι πάρα πολύ φυσιολογική, μέσα μου υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού μου που θυμάται το πολύ όμορφο και καλοφτιαγμένο κορίτσι που ήμουν κάποτε. Σε κανέναν δεν αρέσει που μεγαλώνει. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο ψέμα που έχουν εφεύρει οι γυναίκες είναι ότι “αγαπώ τις ρυτίδες μου”. Δεν νομίζω ότι υπάρχει γυναίκα που αγαπάει τις ρυτίδες της ή τη φθορά που υφίσταται η εμφάνισή της. Κάποια στιγμή, όμως, πρέπει να μάθεις να ζεις με αυτό. Αλλά μην σας κάνω την ηρωίδα. Είναι πολύ δύσκολο» αναφέρει η συγγραφέας και προσθέτει ότι στα 40 της έπαθε κρίση μέσης ηλικίας. «Πίστεψα ότι τελείωσε η ζωή μου. Απίστευτες ανοησίες. Νομίζω ότι όλες την παθαίνουμε. Επίσης, έχει να κάνει και με την ψυχολογία της κάθε στιγμής. Ας μην βάζουμε, όμως, κανόνες σε πράγματα που είναι ρευστά και αλλάζουν συνέχεια. Εγώ μπορεί καμιά φορά να είμαι σε τέτοια ψυχολογία που να περάσω μπροστά από τον καθρέφτη, βγαίνοντας από το μπάνιο, και να τραβήξω το βλέμμα μου γιατί δεν μου αρέσει το σώμα μου, ενώ άλλες φορές πάλι να το κοιτάξω και να πω: “Μια χαρά είσαι για την ηλικία σου”. Όλα, λοιπόν, είναι πολύ ρευστά και είναι πολύ δύσκολο να τα βάζουμε σε κουτάκια».

«Λάθος νύφες, σε λάθος γάμο»

Το «Σκισμένο Τούλι» είναι ο χαρακτηρισμός που περιγράφει, σύμφωνα με τη Νένα,  τις «λάθος νύφες, σε λάθος γάμο», δηλαδή γυναίκες που συνθηκολόγησαν και ανέλαβαν το βάρος του συζυγικού βίου επειδή έτσι έπρεπε, επειδή η κοινωνία αυτό περίμενε από εκείνες. «Όλες οι γυναίκες έχουμε αποτυχημένους γάμους και σχέσεις. Ωστόσο, στη δική μου περίπτωση, η μυθοπλασία δεν έχει κανένα στοιχείο προσωπικού βιώματος. Αν παρατηρήσετε τις ηρωίδες μου, δεν έχουν καμία σχέση με εμένα. Για παράδειγμα, στο “Τάπερ της Αλίκης” δεν μου έκαναν ποτέ μπούλινγκ επειδή ήμουν ένα παχύσαρκο παιδί. Ίσα – ίσα ήμουν ένα αδύνατο κορίτσι. Ο συνδετικός κρίκος είναι αυτός που υπάρχει πάντα σε όλες τις γυναίκες. Ξεκινάει ένας γάμος, πιστεύεις πάντα στις καλύτερες προδιαγραφές μέχρι που ανακαλύπτεις πολλές φορές στη ζωή σου ότι το “πάντα” δεν είναι για πάντα. Αυτό είναι τόσο απλό και συμβαίνει σε όλους μας» υπογραμμίζει η συγγραφέας και προσθέτει: «Το κάθε ταλέντο στη συγγραφή έχει να κάνει με το τι εισπράττεις ότι συμβαίνει γύρω σου. Τα βιώματά σου πάντα παίζουν ρόλο. Όπως για παράδειγμα, όταν ήμουν μικρή και διάβαζα ρομαντική λογοτεχνία πίστευα ότι οι άνθρωποι λειτουργούν στο σεξ με έναν τρόπο πάρα πολύ ιδιαίτερο, “ιδανικό” και τέλειο, ενώ δεν είναι έτσι στη ζωή. Μέχρι εκεί όμως. Όποιο βίωμα έχουμε εμείς οι γυναίκες το μοιραζόμαστε, αλλά δεν είναι προσωπικά. Δεν με έδερναν οι πρώην άντρες μου».

Αν είναι κάτι που απεχθάνεται περισσότερο η Έλενα Ακρίτα στη ζωή της, αυτό είναι ο εξωραϊσμός του παρελθόντος. «Παλιότερα, οι άνθρωποι σαφώς επικοινωνούσαν περισσότερο, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι. Εξωραΐζουμε εποχές που δεν το αξίζουν. Αχ τι ωραία που ήταν οι γυναίκες στα κατώφλια και έπαιζαν τα παιδιά στις αλάνες. Όλη αυτή η ροζ μυθολογία, η οποία κατά την άποψή μου είναι κενή περιεχομένου. Ήταν μία κοινωνία πάρα πολύ καταπιεστική και καταθλιπτική. Μία κοινωνία που συνέθλιβε την αντίθετη άποψη, τη διαφορετικότητα, μία κοινωνία που αν δεν τολμούσες να ακολουθήσεις τις δικές της επιταγές κατά βήμα, σε πέταγε κατευθείαν έξω από την κοινότητα. Ήταν μία πάρα πολύ σκληρή και ανάλγητη κοινωνία. Νομίζω, λοιπόν, ότι μπορεί η τωρινή εποχή να έχει πάρα πολλά αγκάθια, αλλά από την άλλη γίνονται βήματα σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όταν τα βήματα θα γίνουν άλματα, τότε πιστεύω θα είμαστε σε ένα πολύ καλό δρόμο».

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται ότι οι νέοι αποφεύγουν τον γάμο και τα παιδιά, ενώ προτιμούν να απολαμβάνουν περισσότερο την ελευθερία τους. «Καλά κάνουν αν θέλετε τη γνώμη μου. Κάτω από τις συνθήκες που ζουν οι σημερινοί νέοι, χωρίς καμία εξασφάλιση, χωρίς χρήματα, χωρίς δουλειά, το τελευταίο που τους μάρανε για να το πω απλά είναι σε αυτό τον κόσμο τον τόσο εχθρικό και εκδικητικό προς αυτούς να σκέπτομαι πότε θα παντρευτούν και πότε θα κάνουν παιδιά. Νομίζω ότι αυτό δείχνει μία ωριμότητα. Το παιδί είναι μία σημαντική δέσμευση. Συνεπώς, θεωρώ απολύτως σεβαστούς και κατανοητούς τους ενδοιασμούς των νέων που δεν επιθυμούν ή δεν θέλουν να ξεκινήσουν οικογένεια αυτή τη στιγμή».

Κατάθλιψη

Η Έλενα Ακρίτα γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε σε μία προστατευμένη αστική κοινότητα, όπως τα κορίτσια των παραμυθιών. Ο πατέρας της, ο λογοτέχνης και πολιτικός Λουκής Ακρίτας, πέθανε όταν η δημοσιογράφος ήταν μόλις δέκα ετών. «Τη δεκαετία του ΄60, στην οποία μεγάλωσα, δεν υπήρχαν πολλά ορφανά παιδιά, αλλά ούτε και παιδιά χωρισμένων γονιών. Ορφανό ήταν το “Κοριτσάκι με τα σπίρτα” ή “Σταχτοπούτα”. Όταν πέθανε ο πατέρας μου, λοιπόν, ήταν λίγο περίεργο. Ήταν μία εξωπραγματική κατάσταση. Απλά θα σας αναφέρω πως όταν συμπληρώναμε τα στοιχεία μας στο σχολείο και κάποιο από τα παιδιά είχαμε χάσει τον έναν από τους δύο μας γονείς, γράφαμε ορφανό ή ορφανή. Το πιστεύετε αυτό; Δεν βάζαμε το όνομα του γονιού, αλλά έπρεπε να γράψουμε ορφανή. Δηλαδή να αυτοστιγματιστούμε. Θυμάμαι να  πηγαίνω Δ΄ Δημοτικού, είχε πεθάνει τότε ο μπαμπάς μου και έγραψα όνομα πατρός Λουκής και όνομα μητρός Σύλβα. Όταν το είδε η δασκάλα μου, με έβαλε να σβήσω το όνομα του πατέρα μου και να συμπληρώσω ορφανή. Για να το θυμάμαι μέχρι σήμερα και ακόμα να ταράζομαι, φαντάζεστε πόσο βαθύ ήταν το τραύμα».

Τα πρώτα συμπτώματα από την κατάθλιψη εμφανίστηκαν στην Έλενα Ακρίτα όταν ήταν 30 ετών.  «Μπόρεσα και μίλησα γι’ αυτό πριν από πέντε χρόνια. Καταλαβαίνετε πόσο καιρό ζούσα με αυτό το τραύμα. Εγώ έγραφα πάντα σε ένα γραφείο και αυτό μέσα στο μυαλό μου με προστάτευε. Ήταν το άσυλό μου. Όταν έπρεπε, όμως, να βγω από αυτό, σχεδόν σωματοποιούσα τον πανικό μου. Δηλαδή είχα να πάω κάπου και αρρώσταινα. Είχα ρίγη και δέκατα» αναφέρει η δημοσιογράφος και συνεχίζει: «Βέβαια, δεν βοηθούσε και το γεγονός ότι δεν ήμασταν ενημερωμένοι. Είναι, όπως αυτό που σας είπα και πριν με την παρενόχληση. Δεν λέγαμε: ”κατάθλιψη” αλλά ότι “είμαι σήμερα στις μαύρες μου”. Θέλω να πω ότι δεν είχαν ονόματα αυτά, τα οποία βιώναμε ώστε να μπορούμε πιο άμεσα να απευθυνθούμε σε ειδικούς. Βρισκόμασταν στο σκοτάδι. Και αυτό το σκοτάδι αν δεν το ξορκίσεις από την αρχή, θα σε ακολουθεί για πολλά χρόνια».

ΕΡΤ

Μια νέα σελίδα στη μακρά ιστορία της επιδιώκει να γράψει, φέτος, η ΕΡΤ τη βρίσκει με τρεις νέες σειρές μυθοπλασίας στο πρόγραμμά της, συνοδευόμενες από μεγάλα ονόματα ηθοποιών και συντελεστών, με καινούργιες εκπομπές που έρχονται να βάλουν τέλος στις ακατάπαυστες επαναλήψεις και με μια υβριδική πλατφόρμα που επιτέλους αξιοποιείται και ανοίγεται σε πρωτότυπα πρότζεκτ. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πώς βλέπει την κίνηση αυτή. «Είμαι κομμένη από τη ΕΡΤ και δεν μπορώ να έχω άποψη. Εδώ και αρκετά χρόνια, δεν μου έχουν προτείνει να δώσω ούτε μία συνέντευξη. Τίποτα. Συνεπώς, δεν μπορώ ούτε να σχολιάσω κάτι ούτε να σας πω πόσο αντικειμενική και εκπληκτική είναι, όταν προσπαθεί να φιμώσει ορισμένους ανθρώπους» υπογραμμίζει.

Η κυρία Ακρίτα απέχει αρκετά χρόνια από την τηλεόραση. Άραγε έχει σε μια άκρη του μυαλού της να επανέλθει μπροστά στις κάμερες με μια νέα εκπομπή; «Δεν είμαι σίγουρη αν θα ήθελα να επιστρέψω. Δεν είμαι άνθρωπος που κάνω ασκήσεις επί χάρτου, έτσι υποθετικές. Σε κάποια φάση της ζωής μου, θα μπορούσε ίσως να κάνω μία εκπομπή, όπως τα “Φώτα Πορείας”, που παρουσίαζα παλιότερα στην ΕΡΤ και ήταν κάποιες εκ βαθέων συνεντεύξεις, πολύ ουσιαστικές και με αντίλογο. Μόνο σε μία τέτοια περίπτωση. Κάτι άλλο δεν νομίζω ότι θα με ενδιέφερε» απαντά.

Τελειώνοντας, τη ρωτάω αν θεωρεί ότι μια σκοτεινή εποχή τελειώνει και μια άλλη φαίνεται να ανατέλλει γεμάτη φως, όνειρα και αισιοδοξία. «Και το πιστεύω και θέλω να το πιστέψω πολύ» λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια. «Θέλω να πιστεύω ότι οι άνθρωποι συσπειρώνονται, οι καθαρές φωνές ενώνονται και υψώνονται πιο δυναμικά. Θέλω να πιστεύω ότι εμείς οι γυναίκες που είμαστε αδελφές, αρχίζουμε και προχωράμε με τα κόκκινα γοβάκια μας, όπως συνηθίζω να λέω, στους ίδιους δρόμους. Τα μάτια ανοίγουν. Οι άνθρωποι που έχουν έναν συντηρητισμό και πιστεύουν  στο “Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια” σιγά – σιγά απομονώνονται ως φωνές κοινής αποδοχής. Επίσης, τα κοινωνικά δίκτυα σε μεγάλο βαθμό προσπαθούν και καταφέρνουν ενίοτε να τους αποκλείσουν και να γίνουν οι γραφικές φωνές στο πουθενά. Σε αυτό ελπίζω ότι έχω βοηθήσει και εγώ, έχοντας ένα προφίλ στο Facebook, που αριθμεί πάνω από 220.000 χρήστες, οι οποίοι με εμπιστεύονται και με ακολουθούν. Νομίζω ότι όλοι πάμε προς τα εκεί και με είδατε ότι ζωήρεψα και παθιάστηκα γιατί αυτό είναι ένα θέμα που με πονάει και με αγγίζει πάρα πολύ. Πιστεύω στις καλύτερες μέρες, αλλά δεν πιστεύω ότι θα έρθουν μόνες τους. Πρέπει να τις φέρουμε εμείς» καταλήγει η Έλενα Ακρίτα.

Μοίρασε το άρθρο!