Ο σεξισμός ξεκινάει από την παιδική ηλικία

Το σκάνδαλο των σεξουαλικών παρενοχλήσεων στο Χόλιγουντ είναι το τελευταίο μιας σειράς σεξουαλικών σκανδάλων που εκκινούνται από τον λανθάνων ή απροκάλυπτο σεξισμό των σύγχρονων κοινωνιών. Για τους γονιούς που προσπαθούν να διαπαιδαγωγήσουν τα παιδιά τους με μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα ουσιαστικού και πραγματικού σεβασμού στην ισότητα των φύλων, κάθε νέο σκάνδαλο σεξουαλικής παρενόχλησης που αποκαλύπτεται προκαλεί, εκτός της οργής, μία όλο και πιο κλιμακούμενη αίσθηση φόβου και ανησυχίας για το πώς μπορούν να διαμορφώσουν τους γιους τους σε ανθρώπους που σέβονται τις γυναίκες και τις αντιμετωπίζουν ισότιμα. Και πως μπορούν να ενσταλάξουν στις κόρες τους την εμπιστοσύνη, την αποφασιστικότητα και την ανθεκτικότητα να εξελιχθούν μέσα σε μια κουλτούρα που θα τις πιέζει και θα τις ωθεί συνεχώς προς τα κάτω; Πώς και γιατί τα παιδιά αναπτύσσουν στερεότυπα φύλου και σεξιστικής συμπεριφοράς και τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να τα αποτρέψουν από αυτά;

Ευτυχώς, οι γονείς μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Δεν έχουν τόσο μεγάλη επιρροή στους κυρίαρχους προσανατολισμούς της κοινωνίας όσο θα ήθελαν – οι συμμαθητές, οι παρέες και η κυρίαρχη κουλτούρα είναι πολύ ισχυροί παράγοντες – αλλά οι γονείς σίγουρα μπορούν να κάνουν βήματα, ακόμα και με τα νήπια και τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, για να εξασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους μεγαλώνουν λιγότερο σεξιστικά και πιο ισότιμα απ’ ό,τι επιβάλει η κυρίαρχη κουλτούρα.

Γι΄ αυτό είναι χρήσιμο να κατανοηθεί πώς τα παιδιά αναπτύσσουν την αντίληψη του φύλου και της σπουδαιότητάς του. Τα παιδιά παρακολουθούν συνεχώς τον κόσμο – κυρίως μελετώντας τους ανθρώπους και τις διαφορές τους – και βγάζοντας συμπεράσματα με βάση αυτό που βλέπουν και ακούνε γι΄αυτές τις διαφορές. «Το παιδί κοιτάει τον κόσμο για να πει, ποια από αυτά τα πράγματα είναι σημαντικά;» εξηγεί η Rebecca Bigler, ψυχολόγος και ερευνήτρια των φύλων στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. Με τα πρώτα γενέθλιά τους, τα περισσότερα μωρά μπορούν να διακρίνουν αρσενικά και θηλυκά πρόσωπα, αλλά οι ενήλικες είναι αυτοί που τους λένε ότι το φύλο έχει σημασία, γιατί το επισημαίνουμε συνεχώς. «Χρησιμοποιούμε συνεχώς τον διαχωρισμό των φύλων σε καθημερινές φράσεις όπως «Καλημέρα, αγόρια και κορίτσια»», εξηγεί η Bigler «και αυτό λέει στα παιδιά ότι το φύλο είναι πραγματικά σημαντικό, διότι διαφορετικά, γιατί να το αναφέρεις εκατοντάδες φορές την ημέρα;».

Χτίζοντας στερεότυπα

Μόλις τα παιδιά μάθουν να δίνουν προσοχή στο φύλο, αρχίζουν επίσης να αντλούν συμπεράσματα «άσπρο – μαύρο» σχετικά με το νόημά του, διότι έτσι λειτουργούν οι εγκέφαλοι των παιδιών, δημιουργούν άκαμπτους, γενικευμένους κανόνες και κατηγορίες. Ακατέργαστα στερεότυπα, αν θέλετε. Μπορούν να αποφασίσουν, βάσει παραδειγμάτων που βλέπουν, ότι οι γυναίκες μαγειρεύουν και είναι δασκάλες και ότι οι άνδρες παίζουν ποδόσφαιρο και είναι πυροσβέστες, αλλά ότι οι άνδρες ποτέ δεν μαγειρεύουν και οι γυναίκες ποτέ δεν παλεύουν να σβήσουν πυρκαγιές. Θα ξεκινήσουν να διακρίνουν τη διαφορά ισχύος μεταξύ των φύλων, όταν παρατηρήσουν πως στις ισχυρότερες θέσεις είναι άνδρες. Θα μπορούσαν ακόμη και να αντλήσουν αιτιώδη συμπεράσματα από αυτό: Αν η πιο ισχυρή θέση (για παράδειγμα του Προέδρου) στη χώρα είναι πάντοτε κατοχυρωμένη από τους άνδρες, τότε οι άνδρες πρέπει να είναι πιο έξυπνοι και ικανότεροι από τις γυναίκες. Τελικά, με βάση αυτά που παρατηρούν, τα παιδιά αποφασίζουν ότι «υπάρχουν πολλές ουσιαστικές και έμφυτες διαφορές μεταξύ αγοριών και κοριτσιών», λέει η Christia Spears Brown, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι.

Καθώς τα παιδιά αρχίζουν να χτίζουν αυτά τα στερεότυπα φύλου, αρχίζουν να συμμορφώνονται και με αυτά, εν μέρει επειδή ανταμείβονται για αυτό. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι οι γονείς (ιδίως οι μπαμπάδες) προσφέρουν στα παιδιά τους παιχνίδια κατηγοριοποιημένα ανάλογα με το φύλο. Τείνουν επίσης να ανταμείβουν τα παιδιά για να παίζουν με αυτά τα παιχνίδια και να τα επιπλήττουν όταν παίζουν με στερεοτυπικά «ακατάλληλα» παιχνίδια. Οι γονείς είναι επίσης πιο ανεκτικοί όταν οι γιοι είναι επιθετικοί με συνομηλίκους και αδέλφια παρά όταν οι κόρες ενεργούν με παρόμοιο τρόπο. Οι δάσκαλοι, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, τείνουν επίσης να ενθαρρύνουν τη στερεοτυπική συμπεριφορά μεταξύ των κοριτσιών. Τα παιδιά – κυρίως τα αγόρια – τιμωρούν το ένα το άλλο, μερικές φορές σκληρά, όταν οι κανόνες για το φύλο σπάνε και συχνά αποκλείουν άλλους με βάση το φύλο. Μία μελέτη παρακολούθησε παιδιά προσχολικής ηλικίας ενώ έπαιζαν και διαπίστωσε, ότι όταν τα αγόρια έδειξαν ενδιαφέρον για στερεότυπα παιχνίδια κοριτσιών, όπως κουζίνες παιχνιδιού, κουκλόσπιτα ή φορέματα, άλλα αγόρια τα εμπόδισαν χτυπώντας τα και γελοιοποιώντας τα. Καθώς τα παιδιά συνεχίζουν να ασκούν αυτές τις συμπεριφορές με βάση τα γένη, γίνονται ρουτίνα και υφαίνουν στην αυτογνωσία τους.

Εκκινώντας από την εμπειρία του και βλέποντας τον γιο να ελκύεται από τα φορτηγά εξ απαλών ονύχων, ένας γονιός μπορεί να αναρωτηθεί ευλόγως, αν δεν υπάρχουν κάποια στερεότυπα φύλου που ξεκινούν από την βιολογία παρά από την κυρίαρχη κουλτούρα. Οι ερευνητές παραδέχονται ότι αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα στην απάντησή του, εν μέρει επειδή ποτέ δεν μπορούμε πραγματικά να διαχωρίσουμε τη φύση από την ανατροφή, ακόμα και στα μωρά. «Τα αγόρια και τα κορίτσια έχουν διαφορετικές βιολογικές εμπειρίες προγεννητικά και διαφορετικές βιολογικές και κοινωνικές εμπειρίες από τη στιγμή που γεννιούνται και αυτές οι επιρροές αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, οπότε ο διαχωρισμός τους είναι δύσκολος», λέει η Carol Martin, ερευνήτριας παιδικής ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνα. Ακόμα, είναι πιθανό ότι οι επιρροές των συνομηλίκων και των γονέων εξακολουθούν να διαμορφώνουν ακόμα και την πρόωρη συμπεριφορά των φύλων: «Το μεγαλύτερο μέρος είναι ότι τα παιδιά παίζουν με αυτό που τους αγοράζουν οι γονείς τους», λέει η Μπράουν. «Ή μιμούνται αυτά που κάνουν άλλα παιδιά του φύλου τους, νήπια που θα μπορούσαν να προσελκύσουν «κατάλληλα» παιχνίδια ανάλογα με το φύλο, με βάση αυτά που τους έχουν προσφερθεί ή αυτά με τα οποία έχουν ενθαρρυνθεί να παίζουν από πριν«.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης στην αρχή της ανάπτυξης επηρεάζουν τη συμπεριφορά, αλλά δεν είναι σαφές το πόσο. Αλλά τα αγόρια και τα κορίτσια αγαπούν εξίσου τις κούκλες, λέει η Μπράουν. Απλώς για τα κορίτσια ονομάζονται «κούκλες» και για τα αγόρια ονομάζονται «φιγούρες δράσης».

Σίγουρα, όμως, καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν – 8, 9, 10 ετών – αναπτύσσουν μεγαλύτερη νοητική ευελιξία και πολλά αντιλαμβάνονται ότι οι κανόνες για το φύλο βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε κοινωνικές συμβάσεις. Αλλά περίπου την ίδια στιγμή, τα παιδιά αρχίζουν επίσης να αναπτύσσουν ηθική λογική και σε μερικά παιδιά αυτά τα στερεότυπα φύλου ηθικοποιούνται αντί να χαλαρώνουν: Τα παιδιά αρχίζουν να σκέφτονται ότι τα κορίτσια αναμένεται να είναι σεμνά και τα αγόρια αναμένεται να είναι δυναμικά απλά επειδή «αυτό είναι το σωστό πράγμα», λέει ο Campbell Leaper, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.

Και εδώ είναι η ουσία του προβλήματος: Όσο πιο βαθιά ριζωμένα γίνονται τα στερεότυπα για τα φύλα των παιδιών, τόσο πιο εύκολα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα κορίτσια είναι πιο κατώτερα από τα αγόρια. ‘Οτι τα αγόρια έχουν υψηλότερη κοινωνική θέση επειδή το αξίζουν βιολογικά. Και θα συνεχίσουν να το πιστεύουν και ως ενήλικες: Κατά μέσο όρο, οι γονείς θεωρούν τους γιους πιο ευφυείς από τις κόρες.

Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, καθώς τα παιδιά περνούν στην εφηβεία, τα διαφορετικά αυτά φυλετικά στερεότυπα μετεξελίσσονται καταλυτικά: Γίνονται σεξουαλικά. Οι έρευνες επίσης δείχνουν ότι οι έφηβοι με ισχυρά στερεότυπα φύλου αρχίζουν να πιστεύουν ότι τα αγόρια αναζητούν συνεχώς σεξ και ότι τα κορίτσια πρέπει να προσπαθούν να φαίνονται όμορφα και να αναζητούν τη σεξουαλική προσοχή των αγοριών. Μελέτες διαπιστώνουν επίσης ότι όσο πιο δυνατά τα αγόρια πιστεύουν αυτά τα στερεότυπα, τόσο πιο πιθανό είναι να κάνουν σεξουαλικά σχόλια, να πουν σεξουαλικά ανέκδοτα μπροστά στα κορίτσια και να χειρονομήσουν με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον των γυναικών.

Είναι ενδιαφέρον ότι η έρευνα υποδηλώνει επίσης ότι οι στερεοτυπικές πεποιθήσεις για το φύλο είναι ισχυρότερες μεταξύ των αγοριών απ’ ό,τι μεταξύ των κοριτσιών. Αυτό θα μπορούσε εν μέρει να οφείλεται στο γεγονός ότι τα αγόριααισθάνονται μεγαλύτερη πολιτισμική και γονική πίεση ώστε να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των φύλων από ό,τι τα κορίτσια. Είναι λιγότερο πολιτιστικά αποδεκτό για τα αγόρια να προσποιούνται ότι είναι πριγκίπισσες παρά για τα κορίτσια να παίζουν τον Σούπερμαν και τα αγόρια το γνωρίζουν αυτό και ανταποκρίνονται ανάλογα. Οι ερευνητές υποθέτουν ότι αυτή η ασυμφωνία υπάρχει εν μέρει εξαιτίας της διαφορετικής κατάστασης στην κουλτούρα μας μεταξύ γυναικών και ανδρών. «Μια ομάδα χαμηλότερης κοινωνικής κατάστασης [σε αυτή την περίπτωση τα κορίτσια] είναι γενικά πιο ικανή να υιοθετήσει τα χαρακτηριστικά της υψηλότερης ομάδας [αγόρια], επειδή θα μπορούσε να ενισχύσει την εκτίμησή τους, ενώ μια ομάδα υψηλού επιπέδου είναι λιγότερο πιθανό να υιοθετήσει τα χαρακτηριστικά μιας ομάδας χαμηλής κατάστασης ή χαμηλής ισχύος, διότι μπορεί να θεωρηθεί απώλεια κοινωνικού status» εξηγεί ο Leaper. Είναι περισσότερο μια υποσυνείδητη συμπεριφορά.

Τα «όπλα» των γονιών και των δασκάλων

Πολλοί άνθρωποι αντιδρούν στην αποτροπή φαινομενικά αβλαβών πολιτιστικών παραδόσεων, όπως το ντύσιμο των αγοριών με μπλε χρώμα και των κοριτσιών με ροζ και την αγορά παιχνιδιών ανάλογα με το φύλο. Επιφανειακά, αυτά τα έθιμα φαίνονται αρκετά αθώα. Αλλά η έρευνα αποκαλύπτει ένα ανησυχητικό μονοπάτι από αυτές τις παραδόσεις προς την ανάπτυξη των παιδικών πεποιθήσεων σύμφωνα με τις οποίες τα αγόρια και το κορίτσια πρέπει να είναι διαφορετικά και, δεδομένης της ιεραρχίας των φύλων που είναι ευρέως ορατή, τα κορίτσια πρέπει να είναι κατώτερα. Στη συνέχεια, όταν αυτά τα στερεότυπα μεταμορφώνονται κατά την εφηβεία, οδηγούν σε κάτι ακόμα πιο απειλητικό: Η ιδέα ότι τα κορίτσια είναι σεξουαλικά αντικείμενα και ότι τα αγόρια έχουν εμμονή με το σεξ, ότι είναι «εντάξει» για τα αγόρια να διασχίζουν σεξουαλικά όρια επειδή ακριβώς είναι αγόρια.

Οι γονείς μπορούν δημιουργήσουν σίγουρα πιο ισότιμες πεποιθήσεις σχετικά με το φύλο στα παιδιά τους. Αρχικά, και ίσως πιο εύκολα, μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να παίζουν με παιδιά του άλλου φύλου. Σε μια μελέτη του 2001, η Carol Martin και ο συνάδελφός της Richard Fabes στην Αριζόνα, μελέτησαν τα πρότυπα παιχνιδιού σε προσχολικές δομές και διαπίστωσαν, ότι όσο περισσότερο τα παιδιά έπαιζαν με παιδιά του δικού τους φύλου, τόσο πιο στερεοτυπική ήταν η συμπεριφορά τους. Έτσι, τα αγόρια που έπαιζαν κυρίως με άλλα αγόρια άρχισαν να παίζουν πιο έντονα και επιθετικά, ενώ τα κορίτσια που έπαιζαν με άλλα κορίτσια άρχισαν να παίζουν λιγότερο επιθετικά.«Η ενθάρρυνση των συνεργαζόμενων φιλιών είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορούν να κάνουν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί», λέει η Martin. «Όταν αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, τόσο τα κορίτσια όσο και τα αγόρια, μαθαίνουν το ένα για το άλλο και οι ομοιότητές τους γίνονται πιο άνετες μεταξύ τους και πιστεύουμε ότι αυτό μπορεί να προσφέρει ένα είδος κοινωνικής ανθεκτικότητας που θα τους επιτρέπει να αντιμετωπίζουν μια σειρά κοινωνικών εμπειρίες».

Σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορούμε επίσης να πιέσουμε κατά των στερεοτύπων των φύλων, επισημαίνοντάς τα και θέτοντας ερωτήσεις. Όταν ένα σεξιστικό σενάριο ξεδιπλώνεται σε μια τηλεοπτική εκπομπή που παρακολουθεί το παιδί (διότι οι λανθασμένες προσεγγίσεις στα φύλα και τα στερεότυπα είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στην παιδική τηλεόραση και τα διαφημιστικά μηνύματα) οι γονείς μπορουν να το αναδείξουν ως ζήτημα ακριβώς εκείνη την στιγμή λέει η Bigler: «Γιατί πιστεύετε ότι δείχνουν μόνο τα αγόρια να πηγαίνουν σε αυτές τις περιπέτειες; Πιστεύετε ότι είναι δίκαιο; Χρησιμοποιήστε καθημερινές εμπειρίες και ως αφορμές συζήτησης. Αν βρίσκεστε σε ένα κατάστημα και μια άγνωστη πει στην κόρη σας, «ω τι όμορφο φόρεμα» χτίστε πάνω σε αυτό. Θα μπορούσατε να απαντήσετε με ένα “σας ευχαριστώ, ναι, το φόρεμά της είναι όμορφο και επίσης είναι πολύ έξυπνη»». «Ή, αν προτιμάτε να αποφύγετε την αντιπαράθεση, συζητήστε τις συνέπειες του σχολίου με την κόρη σας μετά. Μπορείτε να πείτε, “γιατί είπε ότι το φόρεμά σου ήταν όμορφο;”. Νομίζω ότι αυτό έχει σχέση με το πώς νομίζει ότι πρέπει να φαίνονται τα κορίτσια. Αναρωτιέμαι αν λέει ότι τα αγόρια φαίνονται όμορφα» λέει η Bigler.

Οι μελετητές καλούν τους γονείς να συζητούν με τα παιδιά τους όταν κάνουν σεξιστικά σχόλια. Θα έχουν πολλές ευκαιρίες γι’ αυτό, όπως σημειώνουν. Από τις πιο χαρακτηριστικές είναι τα παιχνίδια «μόνο για αγόρια» στα παιδικά πάρτι. Με την συζήτηση, λένε οι επιστήμονες, μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι δεν είναι δίκαιο να αποκλείσουμε τα κορίτσια μόνο και μόνο επειδή είναι κορίτσια. Η έρευνα δείχνει ότι αυτές οι τακτικές λειτουργούν και μπορούν να διαρκέσουν. Σε μιαμελέτη του 2009, η Bigler και οι συνεργάτες της ενθάρρυναν μια ομάδα παιδιών ηλικίας 5 – 10 ετών να αμφισβητούν προφορικά διάφορα είδη σεξιστικών παρατηρήσεων. Σε απάντηση στο «δεν μπορείς να παίξεις με αυτό, είσαι κορίτσι», θα διδάσκονταν να απαντούν, «δεν μπορείτε να πείτε ότι τα κορίτσια δεν μπορούν να παίξουν». Η πρακτική αυτών των απαντήσεων κατά τη διάρκεια της παρέμβασης οδήγησε τα παιδιά να συνεχίσουν να τα χρησιμοποιούν ακόμη και έξι μήνες αργότερα. Τα κορίτσια της μελέτης (αλλά όχι τα αγόρια) ανέπτυξαν επίσης και διατήρησαν περισσότερες ισότιμες πεποιθήσεις σχετικά με το φύλο.

Οι γονείς μπορούν επίσης να αποφύγουν παιχνίδια και προσδοκίες φυλετικά προσδιορισμένα, ώστε να μην ενισχύσουν το μήνυμα ότι τα αγόρια και τα κορίτσια είναι πραγματικά διαφορετικά και ότι θέλουμε να παραμείνουν έτσι. Οι επιστήμονες προτείνουν να προσπαθήσουμε να μην συνοφρυωθούμε αν ο γιος μας πει ότι θέλει να δοκιμάσει μπαλέτο. Και να μην αφήσουν την κόρη μας να εγκαταλείψει γρήγορα τον αθλητισμό ή την επιστήμη, μόνο και μόνο επειδή είναι κορίτσι και πρέπει να κάνει χορό.

Μπορούν επίσης να μιλήσουν με τους δασκάλους των παιδιών τους για τον περιορισμό των διακρίσεων φύλου στο σχολείο. Μία από τις μελέτες της Bigler έδειξε, ότι όταν οι δάσκαλοι απευθύνονταν στους μαθητές σύμφωνα με το φύλο και φώναζαν «προσοχή αγόρια και κορίτσια» αντί για απλά «προσοχή μαθητές», κατέστη πιθανότερη η πίστη των παιδιών στα στερεότυπα των φύλων αργότερα. Σε μια μελέτη του 2010, οι επιστήμονες ζήτησαν από τους δασκάλους του νηπιαγωγείου να δώσουν έμφαση στο φύλο σε μια τάξη για δύο εβδομάδες, ενώ μια άλλη τάξη έκανε το αντίθετο. Πριν και μετά την παρέμβαση, έλεγξαν τις στάσεις των μαθητών σχετικά με το φύλο. Διαπίστωσαν ότι μετά τις δύο εβδομάδες, οι μαθητές στην τάξη με έμφαση στο φύλο είχαν ισχυρότερα στερεότυπα φύλου. Επίσης αξιολόγησαν αρνητικά τους συμμαθητές του άλλου φύλου και έπαιζαν λιγότερα μαζί τους.

Συμπερασματικά: Η «μάχη» ενάντια στον σεξισμό είναι διπλή. Πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να περιορίσουμε τις πολιτιστικές και γλωσσικές παραδόσεις που δίνουν έμφαση στις διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων, ελπίζοντας ότι τα παιδιά μας δεν θα επικεντρωθούν υπερβολικά στις διαφορές αυτές. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να μιλήσουμε στα παιδιά μας για το σεξισμό και τα στερεότυπα φύλου και να αμφισβητήσουμε τα σεξιστικά και στερεοτυπικά σχόλιά τους. Αλλά αυτή η δυσκολία έχει νόημα, γιατί τα παιδιά πρέπει να μάθουν, όχι μόνο ότι τα κορίτσια και τα αγόρια είναι ισότιμα, αλλά και ότι πρέπει να πολεμήσουν όλα όσα στέκονται εμπόδιο στην ισότητα.

Με πληροφορίες από το Slate

Μοίρασε το άρθρο!