Ο πόλεμος της Συρίας είναι πιο διεθνής από ποτέ

Η ήττα του ISIS στη Συρία υποτίθεται ότι θα έθετε τέρμα στην επταετή σύγκρουση εκεί. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό στην ηγεσία του Ιράν, του Ισραήλ, της Τουρκίας, της Ρωσίας ή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αρκεί κάποιος να παρατηρήσει τα γεγονότα που συνέβησαν μόνο τις τελευταίες εβδομάδες: Η Τουρκία, με ρωσική έγκριση, ξεκίνησε στρατιωτική επίθεση στη βορειοδυτική Συρία ενάντια στους Κούρδους μαχητές που θεωρεί τρομοκράτες. Ρώσοι μισθοφόροι έπεσαν νεκροί σε μία μάχη ανάμεσα σε δυνάμεις του διεθνούς συνασπισμού υπό τις ΗΠΑ και φιλοκυβερνητικούς παραστρατιωτικούς στην ανατολική Συρία. Η συριακή αντιαεροπορική άμυνα κατέρριψε ένα ισραηλινό μαχητικό αεροσκάφος, απαντώντας στην ισραηλινή επίθεση εναντίον στρατιωτικών βάσεων και ιρανικών στόχων στη Συρία. Αντιδρώντας, η Ρωσία έβαλε «φρένο» στο Ισραήλ ενώ οι ΗΠΑ «στήριξαν σθεναρά» τους βομβαρδισμούς.

«Περνάμε από τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας στον πόλεμο της Συρίας», όπως και ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου μεταμορφώθηκε σε διεθνή διαμάχη πάνω στο λιβανέζικο έδαφος τις δεκαετίες του 1970 και του ’80, υποστήριξε ο Andrew Tabler, ειδικός για τη Συρία από το Ινστιτούτο της Ουάσιγκτον για την Πολιτική στην Εγγύς Ανατολή.

Προηγούμενες διεθνείς διαμάχες στον πόλεμο της Συρίας, όπως η κατάρριψη ρωσικού αεροσκάφους που εισήλθε στον τουρκικό εναέριο χώρο από την Τουρκία ή η Αμερικανική πυραυλική επίθεση κατά αεροπορικής βάσης στη Συρία, με το επιχείρημα της χρήσης χημικών όπλων από τον Άσαντ, έλαβαν χώρα στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου. Με εξαίρεση το Ισραήλ, κάθε ξένη πρωταγωνιστική δύναμη που συμμετέχει στη Συρία επέλεξε μια πλευρά στην εμφύλια σύρραξη μεταξύ του Προέδρου Μπασάρ αλ Ασάντ και της ένοπλης αντιπολίτευσης στο καθεστώς του. Τώρα ο Άσαντ, υποστηριζόμενος από το Ιράν και τη Ρωσία, φαίνεται ότι επικράτησε της αντιπολίτευσης. Αλλά κανένας από αυτούς τους ξένους εμπλεκόμενους δεν είναι ικανοποιημένος με το status quo. Έτσι, κάθε ένας εξετάζει πόσο μακριά μπορεί να προχωρήσει για την εξασφάλιση των συμφερόντων του – συχνά αρκετά κυριολεκτικά, όπως η Ρωσία, και οι Ηνωμένες Πολιτείες με τους διάφορους συμμάχους τους που διέρχονται από το έδαφος κατά μήκος των όχθων του ποταμού Ευφράτη.

«Τα ερωτήματα που τίθενται είναι α) ποιος ελέγχει τι από την άποψη της επικράτειας και … β) ποιος είναι έτοιμος να απεμπλακεί και έχοντας κερδίσει τι» επισημαίνει ο Itani.

«Ο πόλεμος στη Συρία έχει πλέον ανατεθεί σε εξωτερικούς συνεργάτες», δήλωσε ο Christopher Phillips, ειδικός της Συρίας στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου. «Οι υπεύθυνοι για τη λήψη αποφάσεων δεν είναι οι Σύριοι, ίσως με εξαίρεση τον Άσαντ». Η εξωτερική ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο ξεκίνησε ως «διπλωματική υποστήριξη, ως οικονομική υποστήριξη, ως υλική υποστήριξη για μαχητές … Και κακώς που αυτό δεν συνεχίστηκε».

Η Τουρκία, για παράδειγμα, δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί την εδραίωση μιας κουρδικής πολιτοφυλακής που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνονται αποφασισμένες να διατηρήσουν έδαφος στη Συρία για να αποτρέψουν την αναζωπύρωση τρομοκρατικών ομάδων και να εμποδίσουν τα σχέδια του Ιράν να επεκτείνει την επιρροή του στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Ισραήλ συμμερίζεται τον στόχο της Αμερικής να αντιμετωπίσει το Ιράν, ιδιαίτερα στα σύνορά του με τη Συρία.

Εν τω μεταξύ, η Ρωσία θέλει τη διατήρηση μιας φιλικής προς αυτήν κυβέρνησης στη Δαμασκό και μια στρατιωτική παρουσία στη Μεσόγειο, ενώ παράλληλα προωθεί τον εαυτό της ως παγκόσμιο παίκτη δύναμης Κόντρα στην Αμερική. Το Ιράν – που είναι σήμερα ο «πιο ισχυρός παίκτης» στη Συρία – «προσπαθεί να δημιουργήσει μακροπρόθεσμη στρατηγική με στρατιωτική υποδομή στη Συρία, να κατασκευάσει εγκαταστάσεις παραγωγής πυραύλων, να μετακινήσει πυρομαχικά με ακρίβεια», δήλωσε ο Itani. Και οι δύο «δυσανασχετούν που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναχωρούν από τη χώρα», υποστηρίζει.

Το ίδιο επισημαίνει και ο Christopher Phillips. «Από τις τέσσερις δυνάμεις που μάχονταν στο Συριακό εμφύλιο πόλεμο – το καθεστώς Άσαντ, η αντιπολίτευση, ο ISIS και οι Κούρδοι – δύο από αυτούς, ο ISIS και οι αντάρτες της αντιπολίτευσης έχουν ηττηθεί, αφήνοντας τους Κούρδους και τον Ασαντ. «Η επίθεση της Τουρκίας αποδυναμώνει τους Κούρδους και την συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί οι Ρώσοι μισθοφόροι και άλλες δυνάμεις που συμμάχησαν με τον Άσαντ νιώθουν σχεδόν ενθουσιασμένοι ώστε να πορευθούν στην ανατολική Συρία, όπως έγινε την περασμένη εβδομάδα.

Ωστόσο, η Τουρκία και η Ρωσία δεν πρόκειται να καταλήξουν σε πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη Συρία, υποστηρίζουν οι αναλυτές. Τα ατυχήματα είναι βέβαια απρόβλεπτα, αλλά οι ΗΠΑ ακόμη και επί Τραμπ «μέχρι στιγμής έχουν δείξει ότι μπορούν να είναι ακριβείς ως προς τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνουν στη Συρία και να απορροφούν τις εντάσεις». Η πιο πιθανή σύγκρουση που μπορεί να βρεθεί εκτός ελέγχου είναι η μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν.

«Είναι αναπόφευκτο ότι θα υπάρξει σύγκρουση μεταξύ των Ισραηλινών και των Ιρανών», υποστηρίζει ο Itani. Ο Ασαντ θα προσπαθήσει τελικά να ανακαταλάβει έδαφος στη νοτιοδυτική Συρία, φέρνοντας τους Ιρανούς συμμάχους στα σύνορα του Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί φαίνεται να έχουν χάσει την πίστη τους ότι οι Ρώσοι θα εμποδίσουν τον Ασαντ και το Ιράν να κάνουν τέτοιες κινήσεις. «Δεν πρόκειται να υπάρξει ισραηλινή εισβολή στη Συρία», εξηγεί ο Itani. «Αλλά το Ισραήλ θα μπορούσε να απωθήσει τις στρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν με αεροπορικές επιδρομές ή να καταλάβει ένα μέρος της επικράτειας [στη νότια Συρία] ή να αναθέσει σε κάποιον άλλον να το κάνει για λογαριασμό του».

Ο Phillips υπενθυμίζει ότι όταν η Τουρκία κατέρριψε το ρωσικό αεροσκάφος το 2015, η Ρωσία προχώρησε σε αντίποινα με οικονομικές κυρώσεις που αποδείχθηκαν αποτελεσματικές επειδή οι δύο χώρες είχαν στενούς οικονομικούς δεσμούς. Το Ιράν και το Ισραήλ δεν διαθέτουν πολλούς μη στρατιωτικούς μοχλούς για να αξιοποιήσουν σε περίπτωση σύγκρουσης, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα να καταφύγουν στη στρατιωτική δύναμη.

Μια εξήγηση για το γιατί ο πόλεμος της Συρίας έχει κλιμακωθεί τόσο δραματικά τις τελευταίες εβδομάδες είναι ότι «καθώς οι πόλεμοι τελειώνουν, γίνονται συχνά και πιο βίαιοι», λέει ο Phillips, σημειώνοντας πως τα περισσότερα θύματα του 15χρονου πολέμου του Λιβάνου υπήρξαν το τελευταίο έτος.

Ωστόσο ειδικοί αναλυτές εξηγούν πως υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ του πολέμου στο Λίβανο και του πολέμου στη Συρία. Το αποτέλεσμα του Λιβανέζικου εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ξέσπασε το 1975, «αποφασίστηκε ουσιαστικά» από το 1976, «όταν κατέστη σαφές ότι οι Παλαιστίνιοι και οι αριστερές λιβανέζικες ομάδες δεν θα μπορούσαν να ανατρέψουν το καθεστώς των Χριστιανών. Το μεγαλύτερο μέρος της σύγκρουσης ήταν «ένας πόλεμος πάνω από τα λάφυρα. Δεν ήταν ένας πόλεμος που αποφάσισε το σχήμα και το χαρακτήρα της χώρας».

Η συριακή σύγκρουση είναι πολύ πιο δύσκολο να επιλυθεί, εμπλέκονται πολλές ξένες δυνάμεις σε διαφορετικές συμμαχίες, είναι όλοι οι παίκτες αρκετά ισχυροί και πολλοί από αυτούς έχουν σύνορα με τη Συρία. Η Συρία συνορεύει με πέντε χώρες, ο Λίβανος με δύο μόνο. Η πρόκληση είναι ότι αυτές οι ξένες δυνάμεις έχουν στοιχηματίσει σε ασυμβίβαστες θέσεις. Το Ιράν και το Ισραήλ δεν μπορούν να θέλουν το ίδιο πράγμα στη Συρία ενώ η Τουρκία δεν μπορεί να δεχθεί τους Κούρδους, οι Ηνωμένες Πολιτείες μένουν στη Συρία για να κρατήσουν τον Isis έξω και τους Ιρανούς. Και είναι και ο Άσαντ, ο οποίος θέλει να ανασυστήσει το καθεστώς του, και αυτό δεν μπορεί να συμβεί. «Δεν βλέπω τίποτα που να μοιάζει με έδαφος για μια διευθέτηση σε αυτή τη χώρα. Με τίποτα» υποστηρίζει ο Faysal Itani.

«Δεν μπορώ να σκεφτώ ένα ιστορικό ανάλογο, τουλάχιστον στη Μέση Ανατολή, με τόσους πολλούς ισχυρούς εξωτερικούς παράγοντες άμεσα εμπλεκόμενους», εξηγεί ο Christopher Phillips σε σχέση με τη Συρία. Πηγαίνοντας προς τα εμπρός, «θα περιμέναμε περισσότερες συγκρούσεις και πολλά ερωτηματικά για το ποιος θα κυβερνήσει στη Συρία». Κατά την άποψή του, η ζυγαριά γέρνει προς την Ρωσία και το Ιράν, που έχουν κάνει τις μεγαλύτερες επενδύσεις στον πόλεμο.

Το πιο πιθανόν είναι πως ο συριακός πόλεμος, ο διεθνής αυτός πόλεμος, θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ καιρό.

Μοίρασε το άρθρο!