«Μίκης Θεοδωράκης, “Αυτός ο τελευταίος Έλληνας”» της Ανθούλας Δανιήλ

Ο Μίκης Θεοδωράκης μπορεί κανείς να πει ότι είναι ο «τελευταίος Έλληνας», με την έννοια του Έλληνα που πολέμησε και τον πολέμησαν, που αγωνίστηκε και βασανίστηκε και, παρά τις Κερκόπορτες του χρόνου και του σαρκίου, δεν το βάζει κάτω. Και καλά κάνει. Όσες φωνές κι αν ακουστούν μεταλλαγμένες μοιάζουν, ενώ η δική του είναι η γνήσια. Βγαίνει πάντα ανανεωμένη μέσα από τα κορυφαία ποιητικά κείμενα που επέλεξε για να τονώσει την Ελλάδα και να ανυψώσει το πεσμένο φρόνημα, όπως έκαναν οι μεγάλοι μας ποιητές, των οποίων τα ποιητικά αριστουργήματα μετέτρεψε σε μουσικά αριστουργήματα και κατέβασε στον λαό τον υψηλό τον Λόγο και την υψηλή Τέχνη.

Μπορούμε, λοιπόν, άνετα να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς τον στίχο με τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης χαρακτήρισε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο «Αυτός ο τελευταίος Έλληνας».

Στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στις 23 Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους, η εκδήλωση είχε τον χαρακτήρα μιας λειτουργίας. Το πρόγραμμα περιελάμβανε τραγούδια από το Romancero Gitano, Ανδαλουσία του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σε μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη. Ακούστηκαν «Του Πικραμένου», «Antonio Torres Heredia» Ι και ΙΙ, «Χαμός από αγάπη», «Η καλόγρια και η τσιγγάνα», «Του ανέμου και της παινεμένης» και «Η παντέρμη». Από το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη ακούστηκαν το ΙΖ΄ («Αστυάναξ»), το Κ΄ («Ανδρομέδα»), το ΙΕ΄(«Quid Πλατανών opacissimus?») και το ΚΓ΄(«Λίγο ακόμα»).

Στο δεύτερο μέρος ακούστηκε το Πνευματικό εμβατήριο του Άγγελου Σικελιανού. Ο κόσμος, ίσως, είχε πάει προετοιμασμένος να ακούσει εκείνα που ξέρει καλά, που έχουν ακουστεί πολύ, που έχουν χαρακτήρα έντονα επαναστατικό. Δεν ήταν έτσι. Ή καλύτερα ήταν έτσι, αλλά η ενορχήστρωση είχε μια άλλου είδους ιεροπρέπεια. Ήταν μια θεία λειτουργία. Μια μυσταγωγία. Ένας πόνος για τη γη μας, που ξεκινάει από τη ρίζα, από το χώμα, ανεβαίνει από τις φτέρνες και ολοταχώς πάει να κατακυριεύσει την καρδιά και τον νου. Σώμα, πνεύμα και ψυχή, έλεγε ο Σεφέρης, είναι ένα και τίποτα δεν είναι μοναχό του. Ένα ψυχο-σωματικο-πνευματικό ρίγος διατρέχει και τα συνέχει όλα.

Η επιλογή είχε γίνει με περισσή σκέψη. Κλιμακωτά οι μεγάλοι ποιητές πήραν τη θέση τους στο βάθρο. Οι στίχοι πέρασαν μέσα από τις χορδές των εγχόρδων, διέσχισαν τους λαβυρίνθους των πνευστών, ξεθύμαναν την ορμή τους στα κρουστά. Ο Ελύτης πιο λυρικός, ο Σεφέρης πιο τραγικός και ο Σικελιανός πιο δυναμικός. Αν προσέξουμε και τις χρονολογίες σύνθεσης των ποιημάτων τότε θα δούμε πώς από το 1935 του Μυθιστορήματος του Σεφέρη –έχει προηγηθεί η Μικρασιατική Καταστροφή– φτάνουμε στο 1945 που γράφεται το Πνευματικό εμβατήριο, πηγμένο μες στη λάσπη και το εμφύλιο αίμα, όπου έχει κολλήσει το αξόνι του ήλιου. Τέλος, το ποίημα «Θάνατος και Ανάστασις Κωνσταντίνου Παλαιολόγου» γράφτηκε το 1969, στα χρόνια της δικτατορίας.

Το Πνευματικό εμβατήριο, που ήταν το δεύτερο μέρος της εκδήλωσης, γράφτηκε στη Ζάτουνα, τον Φεβρουάριο του 1969.

«Ομπρός να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα. Ο στίχος του Σικελιανού με τυλίγει σ’ ανεμοστρόβιλο» γράφει ο Μίκης. Μια νύχτα που χιόνιζε, κάλεσε μέσα τους φρουρούς που τουρτούριζαν απ’ έξω˙ τους κάθισε κοντά στο τζάκι, τους κέρασε τσίπουρο, σύκα και καρύδια και συνέχισε μπροστά τους το Πνευματικό εμβατήριο, ενώ μέσα στο δωμάτιο έβλεπε τον «γιγάντιο Άγγελο να περνά και να ξαναπερνά». Το έργο έχει ακουστεί πολλές φορές, αλλά δεν έχει τριφτεί όσο το Άξιον Εστί και η Ρωμιοσύνη. Στο Μέγαρο, στις 23 Φεβρουαρίου, ξαναγεννήθηκε. Ήταν η απάντηση του μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη στην κρίση του καιρού μας και σε κάθε κρίση. Ήταν η έκκληση προς όλους για ομόνοια και ενότητα.

Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα
Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο.

Στην επιτυχία της βραδιάς συνέβαλε η ΚΟΑ μας, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, δηλαδή, ο εκλεκτός διευθυντής Ανδρέας Πυλαρινός, η θεϊκή ακατάβλητη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη, ο συγκλονιστικός Τάσος Αποστόλου και οι αισθαντικές φωνές των χορωδών της ΔΕΗ-ΔΕΔΔΗΕ, που με την πολύχρονη εμπειρία τους, την άψογη παρουσία τους και τις φωνές τους από το υπερώο της σκηνής έδιναν την εντύπωση χορωδίας αγγέλων, όπως πολύ σοφά και εμπνευσμένα είχε διδάξει και καθοδηγήσει ο ταλαντούχος Διευθυντής της Κωστής Κωνσταντάρας.

Σιμώνει ο νέος Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι…

Ο Μίκης Θεοδωράκης ένιωσε αυτό που και ο Σικελιανός ένιωθε όταν έγραφε

Μοίρα, κι η Μοίρα Σου ως τα τρίβαθα δική μου!

Μεγάλη υπόθεση να ακούει κανείς αυτό τον στίχο από έναν Άγγελο Σικελιανό και έναν Μίκη Θεοδωράκη. Όπως το διατύπωσε ο ίδιος ο Μίκης σε ερώτημα σχετικό με τη στρατευμένη τέχνη, «Η τέχνη και οι καλλιτέχνες είτε το γνωρίζουν είτε όχι αποτελούν μια από τις κύριες δυνάμεις που βοηθούν τον άνθρωπο να πάει μπροστά. Από αυτή την άποψη είναι κάτι πολύ περισσότερο από στρατευμένη. Είναι η ίδια η πρόοδος».

Οι Πέρσες του Αισχύλου, το ποίημα «Στα 200 π.Χ.» του Καβάφη και ο Σεφέρης, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Ελύτης, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός και ο Ρίτσος και πολλοί άλλοι ακόμα είναι εκείνοι που σ’ αυτούς ακουμπάει η Ελλάδα. Και ο Μίκης Θεοδωράκης μάς το υπενθυμίζει με τον βίο και το έργο του πάντα παρών στις επάλξεις. Γιατί η τέχνη είναι «ένας ωκεανός ομορφιάς». «Η μόρφωση, η αγωγή και το ήθος […] τα θεμέλια για να γίνεις άνθρωπος». «Είμαι Νεοέλληνας, έχω […] καταβάλει το αβάσταχτο τίμημα […] στη δίνη των δραματικών γεγονότων, για να κερδίσω τη δωρεά της βιωμένης τραγωδίας».

Ο Σεφέρης είπε πως ένας αληθινός ποιητής μπορεί να «οδηγεί, ακόμη και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες». Ο Μίκης είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτής της ρήσης. Είναι ζωντανή η ιστορική μας μνήμη.

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας.

Μοίρασε το άρθρο!