Γιατί η Συνθήκη της Λωζάννης είναι ακόμα ισχυρή – Η ιστορία της, οι προβλέψεις της και ο τουρκικός αναθεωρητισμός

Η Συνθήκη της Λωζάννης περικλείει πολλές διατάξεις που στην ουσία αναγνωρίζουν «εκ των υστέρων» προηγούμενες διεθνείς συμφωνίες, αλλά είχαν μείνει ανολοκλήρωτες ή είχαν μονομερή χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάζεται να νομιμοποιήσει όλες τις διεθνείς πράξεις που της είχαν επιβληθεί στο άμεσο παρελθόν από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Όταν κάνουμε λόγο για την συνθήκη της Λωζάννης, συνήθως αναφερόμαστε στην «κληρονομιά» που άφησε η θεμελιώδης αυτή διεθνής πράξη στο νομικό και πολιτικό καθεστώς της ευρύτερης περιοχής της Εγγύς Ανατολής, της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων. Ωστόσο προσεκτικότερη ανάγνωση των διαφόρων διατάξεών της θα καταδείξει ότι η ίδια η Συνθήκη αποτελεί την «κληρονομιά» άλλων προηγούμενων διεθνών πράξεων, ενεργώντας ως «καταλύτης» τους.

Οι αδόκητες διεθνείς «αμφισβητήσεις» τον τελευταίο καιρό για την ισχύ της συνθήκης της Λωζάννης του 1923 (π.χ. δηλώσεις Τούρκων επισήμων) καθώς και άλλες συναφείς «επιθέσεις» κατά της αρχικής συμφωνίας Σάϊκς-Πικό (Sykes-Picot) του 1916 (απειλές του Ισλαμικού κράτους για «σβήσιμο» της παραπάνω συμφωνίας, κατά την επέτειο των 100 ετών από την υπογραφή της) αποτελούν την ευκαιρία για την επανεξέταση από ιστορική άποψη του φάσματος του καθεστώτος των πολλαπλών διευθετήσεων της περιόδου 1915-1923 στον ευαίσθητο γεωπολιτικό χώρο της γειτονιάς μας.

DRAMATIS PERSONAE

Η Αγγλία ακολουθούσε πολιτική επαμφοτερίζουσα, αφού δεν τήρησε τις υποσχέσεις που έδωσε στους Άραβες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για ανεξαρτητοποίηση των επαρχιών τους, ενώ δεν σεβάστηκε όρους της Συμφωνίας Σάϊκς-Πικό, καταλαμβάνοντας περιοχές γαλλικής επιρροής, τις οποίες αντάλλαξε αργότερα με την γαλλικής κατοχής περιοχή της Μοσούλης. Επιπλέον, εγκατέστησε την εθνική εστία των Εβραίων, δημιουργώντας μια πρόσθετη παράμετρο που ενέπλεκε το όλο ζήτημα.

Η Γαλλία διατηρούσε μια ιστορικά εντυπωσιακή οικονομική (60% του τουρκικού χρέους) και πολιτιστική παρουσία στην Τουρκία. Μετά την επιβεβαίωση της γαλλικής επιρροής στη Μεγάλη Συρία, η Γαλλία επιδίωξε να αντιμετωπίσει τη νέα απειλή που εκπροσωπούσε «η Τουρκία του Κεμάλ», με παράλληλη διασφάλιση των συμφερόντων της στην περιοχή. Απώτερος σκοπός της ήταν η αναθεώρηση της -αγγλικής έμπνευσης- Συνθήκης των Σεβρών, για την οποία ο Κλεμανσό έλεγε ότι είναι «τόσο εύθραυστη όσο και οι περίφημες πορσελάνες της γαλλικής αυτής πόλης».

Η Ρωσία ακολουθούσε την πατροπαράδοτη πολιτική της καθόδου στα Στενά, και ευρύτερα του διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζήτησε την βοήθεια των Συμμάχων και επέτυχε να εξασφαλίσει ορισμένα σοβαρά ανταλλάγματα (Κων/λη, Στενά, Αρμενία). Μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων, οι Σοβιετικοί εξήλθαν από το σκηνικό, καταγγέλλοντας την Συμφωνία Σάϊκς-Πικό ως ιμπεριαλιστική και συνάπτοντας σειρά συμφωνιών με τον Κεμάλ, τον οποίο ενίσχυσαν σημαντικά και με στρατιωτικό υλικό.

Η Ιταλία είχε εδαφικές βλέψεις στη Μικρά Ασία, πολλές φορές ανταγωνιστικές με εκείνες της Ελλάδας. Επιδίωκε να εξασφαλίσει σημαντικά εδαφικά ανταλλάγματα αρχικά στην περιοχή της Αττάλειας (όπως όριζε η Συνθήκη του Λονδίνου το 1915) και αργότερα με επέκταση της ζώνης αυτής και προς το Βιλαέτι της Σμύρνης (υπόσχεση στην Συνθήκη του Αγ. Ιωάννη Μοριένης το 1917). Ωστόσο, η δυσπιστία των Δυτικών απέναντι στους φιλόδοξους Ιταλούς και οι σοβαρές ελληνικές διεκδικήσεις στην περιοχή δεν τους επέτρεψαν να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους στη Μικρά Ασία, ούτε στην Συνθήκη των Σεβρών, ούτε σε εκείνη της Λωζάννης.

Η κεμαλική Τουρκία προχώρησε στην κατάργηση του σουλτανάτου (1922) και του χαλιφάτου (1924). Απώτερος στόχος ήταν η εκδίωξη κάθε ξένου στοιχείου (Έλληνες, Γάλλοι, καθυπόταξη Αρμενίων, Κούρδων), επιδίωξη στην οποία συνέβαλε και η προσέγγισή της με τους δυσαρεστημένους συμμάχους (Γάλλους, Ιταλούς) και τους αναδυόμενους Μπολσεβίκους. Τέλος, οι Άραβες προσπάθησαν να επωφεληθούν από την πορεία του πολέμου και να «συμμαχήσουν» με τους Άγγλους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσβλέποντας την ανεξαρτησία τους.

Πρωταγωνιστές στη μεγάλη κρίση της Ανατολής του 1914-1923 ήσαν πρώτα από όλα η Αγγλία και η Γαλλία. Ο Άγγλος πρωθυπουργός Ντέϊβιντ Λόϋντ Τζορτζ (David Lloyd George, 1916-1922) υποστήριζε ότι ο πόλεμος μπορούσε να κερδηθεί όχι μόνο στο δυτικό μέτωπο, αλλά και στη Μέση Ανατολή, ενώ συνέβαλε στην άμβλυνση των ακραίων απαιτήσεων της Γαλλίας στην Διάσκεψη ειρήνης του Παρισιού το 1919. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και ο υπουργός Εξωτερικών Μπάλφουρ (Arthur Balfour, με την ομώνυμη διακήρυξη για την εθνική εστία των Εβραίων το 1917) και ο Γουίνστον Τσόρτσιλ (Winston Churchill, που εισηγήθηκε την αποτυχημένη εκστρατεία των Δαρδανελίων το 1915).

Ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζορζ Κλεμανσό (Georges Clemenceau) είχε μακρά πολιτική θητεία και αποτέλεσε τον αρχιτέκτονα της Συνθήκης των Βερσαλλιών κατά της Γερμανίας το 1919. Καθοριστική ήταν και η συνεισφορά του υπουργού Εξωτερικών και μετέπειτα επανειλημμένα πρωθυπουργού, Αριστίντ Μπριάν (Aristide Briand). Από την ρωσική πλευρά, σημαντικός ήταν ο ρόλος του Σεργκέϊ Σαζόνοφ, υπουργού Εξωτερικών του Τσάρου, που αξίωνε ανταλλάγματα στην περιοχή των Στενών. Στην Γερμανία, εκτός από τον Κάιζερ Γουλιέλμο, κρίσιμο ρόλο έπαιξε ο στρατιωτικός Όθων Λίμαν φον Σάντερς (Liman von Sanders), μεταρρυθμιστής του τουρκικού στρατού, που εισηγήθηκε την εξόντωση ιδίως των Ελλήνων και των Ποντίων.

Στο τουρκικό σκηνικό, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Νεότουρκοι, Μουσταφά Κεμάλ, Ισμέτ Ινονού (ως στρατιωτικός και διαπραγματευτής στη Λωζάννη) και Σαμίρ Μπεκί (κεμαλικός εκπρόσωπος στην Διάσκεψη του Λονδίνου το 1921). Τους Άραβες εκπροσωπούσαν ο Χουσεΐν, Εμίρης της Χετζάδης (που διαπραγματεύτηκε με τους Άγγλους), ο στρατιωτικός Φεϊζάλ (που κατέλαβε την Δαμασκό) και ο ΄Ιμπν Σαούντ. Από την Ελλάδα καθοριστική ήταν η συμβολή του Πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου και, από άλλη σκοπιά, του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Εκτός από τους πρωταγωνιστές στα θέματα της Μέσης Ανατολής, ρόλο έπαιξαν και τα «δεύτερα βιολιά», όπως ο Άγγλος στρατιωτικός Μαρκ Σάϊκς (Mark Sykes) και ο Γάλλος διπλωμάτης Ζορζ Πικό (Georges Picot), που με την περιώνυμη συμφωνία τους έθεσαν τις βάσεις χάραξης του χάρτη της Μέσης Ανατολής˙ ο επίσης στρατιωτικός Τόμας Έντουαρντ Λόρενς (Thomas Edward Lawrence, γνωστός ως Λόρενς της Αραβίας), που χρησιμοποιήθηκε ως Σύνδεσμος μεταξύ Βρετανών και Αράβων και εμψύχωνε τον αραβικό λαό˙ από άλλη σκοπιά, ο Γάλλος πολιτικός Φρανκλέν-Μπουγιόν (Franklin-Bouillon), αρχιτέκτονας της γαλλο-τουρκικής προσέγγισης, που έγειρε την πλάστιγγα υπέρ του Κεμάλ˙ οι Εβραίοι Χαΐμ Βάϊτσμαν (Chaim Weizmann, πρώτος Πρόεδρος του ανεξάρτητου Ισραήλ το 1948) και ο λόρδος Ρότσιλντ (Πρόεδρος των Σιωνιστών Βρετανίας) που συνέβαλαν στην δημιουργία της πρώτης εβραϊκής εστίας˙ και τέλος, η Βρετανίδα αρχαιολόγος και συγγραφέας Γερτρούδη Μπελ (Gertrude Bell), η οποία, με την αραβογνωσία της βοήθησε τις αγγλικές αρχές στις διεκδικήσεις τους στη μεθόριο του Ιράκ και την προσάρτηση της Μοσούλης.

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΑΪΚΣ-ΠΙΚΟ (SYKES-PIKOT, ΜΑΙΟΣ 1916).

Οι απαρχές της Συνθήκης της Λωζάννης, που ανέτρεψε άρδην το σκηνικό στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, τοποθετούνται ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν οι παλιοί σύμμαχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αγγλία, Γαλλία) εγκατέλειψαν την πατροπαράδοτη πολιτική της υποστήριξης της ακεραιότητάς της και άρχισαν να τρέφουν βλέψεις εναντίον του ούτως ή άλλως εξασθενημένου σώματός της. Άλλωστε, τον χώρο αυτό άρχισε να καλύπτει από τα τέλη του 19ου αιώνα η αυξανόμενη επιρροή, διείσδυση και αρωγή των ανταγωνιστριών κεντρικών δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία), στο στρατόπεδο των οποίων μάλιστα εντάχθηκε η Υψηλή Πύλη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ώθηση σε μια νέα στροφή των Αγγλο-γάλλων έδωσαν οι ρωσικές βλέψεις στον χώρο των Στενών και της Αρμενίας καθώς και οι υπέρμετρες απαιτήσεις της Ιταλίας (όπως είχαν διατυπωθεί στην Συνθήκη προσχώρησής της στο στρατόπεδο της Αντάντ στο Λονδίνο το 1915). Κεντρική σκέψη των Βρετανών ήταν να ξεσηκώσουν τους Άραβες εναντίον των Οθωμανών, υποσχόμενοι την αυτονόμησή τους μετά την λήξη του Πολέμου (σε ανεξάρτητα ή ομόσπονδα κράτη). Αυτή η «συναλλαγή» ενσωματώθηκε στην αλληλογραφία (1915-1916) μεταξύ του Άγγλου Κυβερνήτη της Αιγύπτου, Μακμάχον (McMahon) και του Χουσεΐν, Εμίρη της Μέκκας. Σύντομα, στο σκηνικό αυτό εισήλθε και η Γαλλία, η οποία διατηρούσε στην περιοχή μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και είχε σημαντική πολιτιστική επιρροή.

Στο πλαίσιο αυτό, υπογράφηκε τον Μάιο του 1916 η αγγλο-γαλλική μυστική «Συμφωνία Σάϊκς-Πικό» -από τα ονόματα των δύο διαπραγματευτών της- στην οποία προσχώρησε λίγο αργότερα και η Ρωσία. Με τη Συμφωνία αυτή χαρασσόταν στην ουσία ο χάρτης της Εγγύς Ανατολής μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και δημιουργούνταν μεταξύ τους δύο είδη ζωνών: Η ζώνη «ελέγχου» και η «ζώνη επιρροής», ως εξής: α) η Γαλλία εξασφάλιζε τον «έλεγχο» στην περιοχή της Κιλικίας (Μερσίνη, Άδανα, Αλεξανδρέττα, που θα κηρυσσόταν ελεύθερος λιμένας) και στα Παράλια της Συρίας/Λιβάνου, καθώς και την «επιρροή» της στην ενδοχώρα της Συρίας και στο Β. Ιράκ (συμπεριλαμβανομένης της πετρελαιοφόρου περιοχής της Μοσούλης) β) η Αγγλία διατηρούσε τον «έλεγχο» στο Νότιο Ιράκ (με την Βαγδάτη και την Βασόρα, μέχρι το Κουβέϊτ) και την «επιρροή» της στο δυτικό Ιράκ και την Ιορδανία γ) η Ρωσία εξασφάλιζε επαρχίες της ευρύτερης Αρμενίας (Ερζερούμ, Τραπεζούντα, Βαν κ.λπ) δ) οι τρεις δυνάμεις της Αντάντ θα ασκούσαν διεθνή «έλεγχο» στην Παλαιστίνη ε) οι Άραβες είχαν ρητή υπόσχεση ότι ανάμεσα στις παραπάνω περιοχές θα δημιουργείτο «ομοσπονδία ή ενιαίο αραβικό κράτος» υπό αγγλο-γαλλική επιρροή.

Ενδιαφέρον είναι ότι η Συμφωνία αυτή αναφέρεται σε -ίσως μια άγνωστη- πτυχή για την Κύπρο, της οποίας (1915-1916) η «κατοχή και διοίκηση» είχαν παραχωρηθεί στην Αγγλία (με την αγγλο-τουρκική συμμαχία του 1878) και η οποία είχε προσαρτηθεί μονομερώς από το Λονδίνο, με την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου (5/11/1914). Το 1915 η Αγγλία πρόσφερε τη μεγαλόνησο στην Ελλάδα έναντι προσχώρησης της τελευταίας στο πλευρό της Αντάντ, αλλά η τότε βασιλική κυβέρνηση απέρριψε την προσφορά. Η Συμφωνία Σάϊκς-Πικό προέβλεψε ότι «η Μεγάλη Βρετανία σε καμιά περίπτωση δεν θα διεξήγαγε διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση της Κύπρου σε τρίτη δύναμη χωρίς την συναίνεση της γαλλικής κυβέρνησης». Ως αντάλλαγμα θα παραχωρείτο στο Λονδίνο η χρήση των λιμένων της Χάϊφα και της Άκκρας και η παροχή μέρους των υδάτων των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη (τμήμα των οποίων ανήκαν στην γαλλική σφαίρα επιρροής). Ο λόγος της αγγλικής δέσμευσης ως προς την Κύπρο μπορεί να αναζητηθεί στην προηγούμενη πρωτοβουλία του Λονδίνου να προσφέρει στην Ελλάδα την Κύπρο (χωρίς συνεννόηση με την Γαλλία), η οποία, όμως, κείμενη απέναντι στην ζώνη γαλλικού ελέγχου (Ν.Α. Τουρκία), ενδιέφερε άμεσα το Παρίσι.

Με την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Οκτώβριο του 1917, η Συμφωνία Σάϊκς-Πικό διέρρευσε στον ρωσικό Τύπο (όπως και άλλες τσαρικές συμφωνίες, και στον βρετανικό Τύπο), προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις των άμεσα εμπλεκομένων. Οι Άραβες την χαρακτήρισαν ως «προδοσία», αφού το περιεχόμενό της στην ουσία αντιστρατευόταν τις υποσχέσεις των Άγγλων προς τον Εμίρη Χουσεΐν. Οι σύμμαχοι Ιταλοί αντέδρασαν και εξασφάλισαν με την συμπληρωματική Συνθήκη του Αγίου Ιωάννη της Μοριένης (Απρίλιος 1917) την υπόσχεση επέκτασης της ζώνης ελέγχου της, πέρα από την Αττάλεια και προς την περιοχή της Νοτιοανατολικής Τουρκίας. Επιπλέον, οι Μπολσεβίκοι, με την εξάπλωση της επανάστασης στην Ρωσία από το 1917 και την συνακόλουθη αποστασία της από το συμμαχικό στρατόπεδο, ακύρωσαν το ρωσικό σκέλος της Συμφωνίας Σάϊκς-Πικό.

Το ρευστό αυτό σκηνικό περιπλέχτηκε περισσότερο και από την απόφαση του Λονδίνου να παραχωρήσει, με την Διακήρυξη Μπάλφουρ το 1917, μια «εθνική εστία» στους Εβραίους στον χώρο της Παλαιστίνης, με κατοχύρωση των δικαιωμάτων των κατοίκων της. Η απόφαση αυτή των Άγγλων είχε πολλαπλούς αποδέκτες: Επιδίωκαν να προσεταιριστούν τους πλούσιους και με επιρροή Εβραίους της Αγγλίας για να βοηθήσουν την πολεμική τους προσπάθεια, να πιέσουν τους Αμερικανούς Εβραίους να ενθαρρύνουν την πολεμική συμμετοχή των ΗΠΑ, να πείσουν τους Ρώσους Εβραίους επαναστάτες να μην εγκαταλείψουν το μέτωπο, να αποτρέψουν την «αραβοποίηση» της Παλαιστίνης και γενικά να διατηρήσουν την στρατηγική τους θέση στην περιοχή ως γέφυρας με την αγγλοκρατούμενη Αίγυπτο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ανακοίνωση της απόφασης γέννησης της εστίας προς το εβραϊκό Συμβούλιο παρομοιάστηκε με την γέννηση ενός «αγοριού»!

Ασφαλώς, οι σταδιακές αυτές αποστασιοποιήσεις και αποδεσμεύσεις σε συνδυασμό με την προέλαση των Τούρκων εθνικιστών οδήγησαν στην αποδιάρθρωση της Συμφωνίας Σάϊκς-Πικό. Η «χαριστική βολή» δόθηκε στην Διάσκεψη του Σαν Ρέμο (1920), που, κινούμενη στο γενικό σχήμα της Συμφωνίας αυτής, αναδιένειμε τις περιοχές της Μέσης Ανατολής και τις υπήγαγε υπό αγγλική και γαλλική «εντολή», δηλαδή υπό αγγλική και γαλλική διοίκηση και κατοχή, με προοπτική ανεξαρτητοποίησής τους, ως εξής: Η Συρία, ο Λίβανος και η Κιλικία υπό γαλλική εντολή και η Μεσοποταμία (Ιράκ) και Παλαιστίνη υπό βρετανική εντολή. Με δύο λόγια η αρχική Συμφωνία του 1916 διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά ως προς πολλά σημεία: Ούτε οι παίκτες παρέμειναν οι ίδιοι (αποχώρηση Ρωσίας και απόσυρση των ΗΠΑ, μετά την απόρριψη της Συνθήκης των Βερσαλλιών), ούτε τα προβλεπόμενα σύνορα τηρήθηκαν, ούτε τα διεθνή καθεστώτα (ζώνες ελέγχου και επιρροής, διεθνής εποπτεία) διατήρησαν τον χαρακτήρα τους.

ΣΥΝΘΗΚΗ ΣΕΒΡΩΝ (10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1920)

Η αναμόρφωση του χάρτη της Μέσης Ανατολής, που ξεκίνησε από τα μέσα του Μεγάλου Πολέμου, ολοκληρώθηκε μετά το τέλος του μέσα από ριζικές επαναστάσεις, εθνικά κινήματα και σφοδρούς πολέμους. Αυτή η επανοριοθέτηση του χάρτη της Μέσης Ανατολής δεν ήταν βέβαια προϊόν μόνο της Συμφωνίας Σάϊκς-Πικό, αλλά και της ήττας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, που, με την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου (1918) έδωσε το πράσινο φως για την εγκατάσταση των ξένων δυνάμεων (και της Ελλάδας) σε στρατηγικά σημεία της (π.χ. Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη). Στο μεταξύ από τα μέσα του 1919 άρχισε να αναπτύσσεται το εθνικό κίνημα του Κεμάλ , που απέβλεπε στην οριστική εκδίωξη κάθε ξένου στοιχείου και την ανατροπή του παλιού σουλτανάτου (1922) και χαλιφάτου (1924).

Η κατάληξη ήταν η υπογραφή της θεμελιώδους Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920), που διέλυσε κυριολεκτικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία και απέφερε τεράστια κέρδη για την χώρα μας (με την γνωστή ρήση για την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών), που προσαρτούσε τα Νησιά του Αιγαίου και την Ανατολική Θράκη και αποκτούσε κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή της Σμύρνης. Η Τουρκία αναγνώριζε την προσάρτηση της Κύπρου από την Αγγλία (από 5 Νοεμβρίου 1914), την κήρυξη του αγγλικού προτεκτοράτου στην Αίγυπτο (από 5 Νοεμβρίου 1914). Επίσης η Άγκυρα παραιτήθηκε από την πλήρη κυριαρχία της στην Λιβύη και τα Δωδεκάνησα υπέρ της Ιταλίας, ενώ δέχτηκε την δημιουργία ανεξάρτητης Αρμενίας και αυτόνομου Κουρδιστάν. Οι αραβικές επαρχίες ανακηρύσσονταν ανεξάρτητες υπό αγγλική και γαλλική «εντολή».

Ειδικές Συμβάσεις, προσαρτημένες στο κύριο Σώμα της Συνθήκης, καθόριζαν α) το καθεστώς των Στενών (ελεύθερη ναυσιπλοΐα, αφοπλισμός παράκτιων εδαφών τους) β) την παραχώρηση στην Ελλάδα της πρώην βουλγαρικής Δυτικής Θράκης μέσω των Συμμάχων της Αντάντ γ) την παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα από την Ιταλία (με όρους) δ) την κατάργηση των «εγγυήσεων» των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν θεσπιστεί με τις συνθήκες του Λονδίνου του Μαΐου 1832 και του Μαρτίου 1864.

Η Συνθήκη αυτή συνάντησε την σφοδρή αντίδραση όλων των εμπλεκομένων, που δεν έσπευσαν στην επικύρωσή της. Με εξαίρεση τον Σουλτάνο, που, κάτω από πίεση, δέχθηκε την Συνθήκη αυτή, οι Κεμαλιστές τήρησαν εχθρική στάση, επειδή έβλεπαν την χώρα της να «διαλύεται». Αλλά και οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν ήσαν ιδιαίτερα ευτυχείς με την ρύθμιση, λόγω των έντονων ανταγωνισμών των Άγγλων με τους Γάλλους, που χαρακτήριζαν την Συνθήκη ως θρίαμβο της αγγλικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή ή της δυσαρέσκειας της ανικανοποίητης Ιταλίας. Επειδή, όμως, οι τελευταίες εξακολουθούσαν να τρέφουν μεγάλα συμφέροντα στην περιοχή, προσπάθησαν να «διασώσουν» το βασικό σώμα των Σεβρών και συγκάλεσαν Διάσκεψη στο Λονδίνο (Φεβρουάριος 1921) για την αναθεώρησή του. Ωστόσο και η πρωτοβουλία αυτή οδηγήθηκε σε ναυάγιο, αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις διαφωνούσαν για τον τρόπο επίλυσης του ανατολικού ζητήματος (και μάλιστα είχαν προτείνει απογραφή στην περιοχή της Σμύρνης), ενώ οι θέσεις των δύο γειτόνων ήσαν διαμετρικά αντίθετες (οι Τούρκοι επέμειναν σε προηγούμενη εκκένωση της Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης από τα ελληνικά στρατεύματα και οι Έλληνες απέρριπταν την πρόταση απογραφής και ισχυρίζονταν ότι θα μπορούσαν να συντρίψουν τον Κεμάλ).

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Κεμάλ προσέγγισε την Γαλλία ήδη στην διάρκεια της παραπάνω Διάσκεψης του Λονδίνου του 1921. Ο τότε Επίτροπος των Εξωτερικών Υποθέσεων του Κεμάλ, Μπεκίρ Σαμί, υπέγραψε μια πρώτη Συμφωνία, που επιβεβαιώθηκε αργότερα με τη νεότερη Συμφωνία του Γάλλου πολιτικού Φρανκλέν-Μπουγιόν (Οκτώβριος 1921) και που προέβλεπε την αποχώρηση των Γάλλων από την περιοχή της Κιλικίας έναντι παραχώρησης σε αυτούς σπουδαίων οικονομικών ανταλλαγμάτων. Ανάλογη συμφωνία στην Διάσκεψη του Λονδίνου υπέγραψε και η Ιταλία που αποχωρούσε από την περιοχή της Αττάλειας, εξασφαλίζοντας επίσης οικονομικά ανταλλάγματα.

Ο μελλοντικός ηγέτης της Τουρκίας επωφελήθηκε από την γενική κατάσταση ρευστότητας στην περιοχή και κυρίως από τις ανταγωνιστικές πολιτικές των Μεγάλων Δυνάμεων για να διασπάσει τους Συμμάχους και να δημιουργήσει χωριστούς διαύλους συνεργασίας και συμφωνίας. Πρώτη επιλογή του Κεμάλ ήταν η νέα επαναστατημένη Ρωσία που δημιουργήθηκε το 1917, παρά την ανεπιτυχή επέμβαση των Δυτικών το 1919-1920 (συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας). Τα δύο ντε φάκτο καθεστώτα είχαν εξ άλλου πολλά κοινά σημεία: Την ολοκλήρωση της επικράτησής τους στο εσωτερικό, την ανάγκη αναγνώρισής τους από την διεθνή κοινότητα και την αντιμετώπιση του κοινού τους εχθρού, δηλαδή της Αντάντ και γενικά του Δυτικού στρατοπέδου. Σύντομα ο Κεμάλ υπέγραψε με τη Μόσχα διάφορες συμφωνίες (Στρατιωτική Συμφωνία 1920, Συνθήκη Αδελφότητας 1921, Συνθήκη Καρς 1921, Συνθήκη Άγκυρας 1922 και αργότερα Συμφωνία μη επίθεσης 1925) που του παρείχαν υλική και στρατιωτική βοήθεια, ακύρωναν προηγούμενες συμφωνίες (Τσάρου-Σουλτάνου), επέστρεφαν στην Τουρκία μερικά παλαιότερα οθωμανικά εδάφη, ενώ άφηναν ανοιχτό το θέμα των Στενών.

Οι επιπτώσεις των γαλλο-τουρκικών συμφωνιών ήσαν πολλαπλές: α) διέσπασαν την συμμαχική ενότητα, αφού οι Άγγλοι τις θεώρησαν ως ντε φάκτο αναγνώριση του Κεμάλ και ως παραβίαση της Δήλωσης του Λονδίνου του 1914 για μη σύναψη χωριστής συνθήκης και β) άλλαξαν άρδην την πορεία του μικρασιατικού μετώπου αφού αποδέσμευαν τις δυνάμεις του Κεμάλ από την Κιλικία που κατευθύνθηκαν εναντίον του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, ενώ δημιούργησαν προσφυγικό πρόβλημα για χιλιάδες Έλληνες που αναγκάστηκαν να εκκενώσουν την περιοχή της Κιλικίας.

Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη (από αριστερά): Δ. Κακλαμάνος, Ε. Βενιζέλος, Α. Μιχαλακόπουλος, Α. Μαζαράκης. Ιούλιος, 1923. Πηγή: ifo.gr

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ: «ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ» (24 ΙΟΥΛΙΟΥ 1923)

Η Συνθήκη της Λωζάννης προβάλλεται στην διεθνή σκηνή, ως η σπουδαιότερη διεθνής πράξη του Ανατολικού Ζητήματος, μετά την Συνθήκη του Παρισιού που τερμάτιζε τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1856) και την Συνθήκη του Βερολίνου (1878) που καθόριζε έναν νέο χάρτη στα Βαλκάνια. Πράγματι, με την Συνθήκη αυτή, η Ελλάδα α) οριστικοποίησε την κυριαρχία της στα νησιά του Β. Αιγαίου (όπως η Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία, Λήμνος, Σαμοθράκη, έστω και με καθεστώς ημι-αποστρατιωτικοποίησης για μερικά από αυτά), β) διατήρησε την ελληνική κυριαρχία στην Δυτική Θράκη, γ) επέτυχε την οριστική αναγνώριση της κυριαρχίας της στο Άγιον Όρος, δ) εξασφάλισε την χορήγηση ειδικού καθεστώτος τοπικής αυτοδιοίκησης σε άλλα νησιά (π.χ. ΄Ιμβρος, Τένεδος), ε) αποσόβησε τη μεταφορά της έδρας του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολη, στ) απέτρεψε την επιδείνωση της ήδη δυσμενούς θέσης (π.χ. διωγμοί) των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, μέσω της υποχρεωτικής ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών της Τουρκίας και Ελλάδας αντίστοιχα. Σε αντίθεση αναγκάστηκε να εκκενώσει την Σμύρνη και την Ανατολική Θράκη, ενώ δεν απέφυγε την προσάρτηση των Δωδεκανήσων από την Ιταλία.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία α) εξασφάλισε την κυριαρχία της στην Κωνσταντινούπολη, Κιλικία και Αττάλεια, β) παραιτήθηκε από την Αίγυπτο και την Κύπρο υπέρ της Αγγλίας και από την Λιβύη και τα Δωδεκάνησα υπέρ της Ιταλίας, γ) αποδέχθηκε τον καθορισμό των συνόρων της προς την Συρία (στην βάση εκείνων της Συμφωνίας Φρανκλέν-Μπουγιόν 1921) και προς το Ιράκ (τελική Συμφωνία το 1926, με απώλεια της Μοσούλης υπέρ των Άγγλων), δ) αναγνώρισε έμμεσα την χορήγηση του καθεστώτος «εντολών» για τις υπόλοιπες περιοχές της Μέσης Ανατολής (υπέρ της Αγγλίας και Γαλλίας), ε) απαλλάχθηκε από την δέσμευση των Σεβρών για αυτονόμηση ορισμένων περιοχών της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αρμενία, Κουρδιστάν), στ) αναγνώρισε καθεστώς προστασίας των αλλοδαπών μειονοτήτων, ζ) πέτυχε την οριστική κατάργηση των επαχθών Διομολογήσεων και, η) ρύθμισε με επωφελή τρόπο το θέμα του οθωμανικού χρέους.

Αυτό το καθεστώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως «την κληρονομιά της Λωζάννης» στο Ανατολικό Ζήτημα. Ωστόσο, προσεκτικότερη μελέτη του κειμένου της Συνθήκης αυτής κατεδείκνυε ότι η διεθνής αυτή πράξη δεν αποτελούσε μια συνήθη Συνθήκη Ειρήνης, όπως οι ανάλογες που θέτουν απλά οριστικό τέρμα σε μια διμερή ή διεθνή σύρραξη. Πράγματι, η Συνθήκη περικλείει πολλές διατάξεις που στην ουσία αναγνωρίζουν «εκ των υστέρων» προηγούμενες διεθνείς συμφωνίες, αλλά είχαν μείνει ανολοκλήρωτες ή είχαν μονομερή χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάζεται να νομιμοποιήσει όλες τις διεθνείς πράξεις που της είχαν επιβληθεί στο άμεσο παρελθόν από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Από την σκοπιά αυτή, αποτέλεσε και τον «καταλύτη» ενός ολόκληρου ιστορικού δράματος που παίχτηκε στα Βαλκάνια και την ευρύτερη Ανατολή από το 1911 μέχρι το 1923. Ετούτη η διπλή σημασία της Συνθήκης αυτής, την καθιστά ως μια από τις θεμελιώδεις διεθνείς πράξεις όχι μόνο ειρήνευσης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και των ευρύτερων διεθνών σχέσεων του 20ού αιώνα.

Ας δούμε ειδικότερα τις διατάξεις αυτές που ενεργούσαν ως «καταλύτης», παραβάλλοντάς τες με προηγούμενες διεθνείς πράξεις.

1. «Νησιά Β. Αιγαίου» (άρθρο 12): Επικυρώνεται η κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά, όπως προβλεπόταν στην Διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων της 13 Φεβρ. 1914, σε εκτέλεση των Συνθηκών του Λονδίνου του 1913 και των Αθηνών (άρθρο 15). Επίσης ορίζεται η μερική αποστρατιωτικοποίηση σε αρκετά από αυτά, όπως οριζόταν στην Διακοίνωση του 1914 (και όχι στην Συνθήκη των Σεβρών).

2. «Δυτική Θράκη» (XVI): Επικυρώνεται η ισχύς της «Ειδικής Σύμβασης της Συνθήκης των Σεβρών (που αποτελούσε χωριστό σώμα από τον κύριο κορμό της Συνθήκης) για την παραχώρηση στην χώρα μας της Δυτικής Θράκης από της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών (1920).

3. «Προστασία μειονοτήτων» (άρθρο 37 και επ.): Επιβεβαιώνεται η ισχύς της «Ειδικής Σύμβασης για την προστασία των μειονοτήτων» της Συνθήκης των Σεβρών και για την παραίτηση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων από τα εγγυητικά τους δικαιώματα (με βάση τις συνθήκες του Λονδίνου 1832 και 1863/64) από της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών (1920).

4. «Δωδεκάνησα» (άρθρο 15): Παραιτείται η Τουρκία από τα Δωδεκάνησα υπέρ της Ιταλίας, όπως προβλεπόταν και στην Συνθήκη των Σεβρών (και ως «ενέχυρο» από την Συνθήκη του Ουσί το 1912, που τερμάτισε τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-1912).

5. «Κύπρος» (άρθρο 20): Αναγνωρίζεται από την Τουρκία η μονομερής προσάρτηση της Κύπρου, που είχε κηρυχθεί από την βρετανική κυβέρνηση στις 5 Νοεμβρίου 1914, με τη διακοπή των αγγλο-τουρκικών διπλωματικών σχέσεων.

6. «Ανταλλαγή πληθυσμών» (ΙΧ Δήλωση): Συμπληρώνεται η Σύμβαση για την ανταλλαγή πληθυσμών του Ιανουαρίου 1923 όσον αφορά την διατήρηση των περιουσιών των Μουσουλμάνων που εγκατέλειψαν την Ελλάδα.

7. «Αίγυπτος» (άρθρο 17): Παραιτείται η Τουρκία από κάθε δικαίωμα στην Αίγυπτο και το Σουδάν από 5 Νοεμβρίου 1914 (όπως περίπου και στην Συνθήκη των Σεβρών), με την διακοπή των αγγλο-τουρκικών διπλωματικών σχέσεων.

8. «Λιβύη» (άρθρο 22): Αναγνωρίζεται από την Τουρκία η οριστική κατάργηση κάθε δικαιώματος ή προνομίου, τα οποία απολάμβανε στην Λιβύη, όπως προβλεπόταν στην παραπάνω Συνθήκη του Ουσί της 18 Οκτ. 1912, δηλαδή παραιτείται η Τουρκία από κάθε κυριαρχία της στην Τρίπολη και την Κυρηναϊκή.

9. «Συρία»(άρθρο 3): Καθορίζονται ως βάση των συρο-τουρκικών συνόρων εκείνα της γαλλο-τουρκικής συμφωνίας της 20 Οκτ. 1921 ( άρθρο 8).

10. «Οθωμανικό χρέος» (άρθρο 46 και επ.): Κατανέμεται το οθωμανικό χρέος μεταξύ της Τουρκίας και των κρατών υπέρ των οποίων αποσπάστηκαν εδάφη κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 και των κρατών στα οποία παραχωρήθηκαν νήσοι με την Συνθήκη της Λωζάννης (στην Ελλάδα τα νησιά του Β. Αιγαίου, στην Ιταλία τα Δωδεκάνησα).

11. «Διεθνείς Συμβάσεις» (άρθρο 99 και επ.): Προσχωρεί η Τουρκία σε πάνω από 30 διεθνείς συνθήκες σε τομείς διεθνούς συνεργασίας (της περιόδου 1888-1919).

12. «Σουδάν» (άρθρο 113 μόνο στη Συνθήκη των Σεβρών): Επικυρώνεται η αγγλο-αιγυπτιακή Σύμβαση της 19 Ιανουαρίου 1889 σχετική με το καθεστώς και την διοίκηση του Σουδάν.

13. «Μαρόκο/Τυνησία» (άρθρα 118 και 120 μόνο στη Συνθήκη των Σεβρών): Αναγνωρίζονται αναδρομικά από την Τουρκία τα προτεκτοράτα που είχε κηρύξει η Γαλλία στην Τυνησία από 12 Μαΐου 1881 και στο Μαρόκο από 30 Μαρτίου 1912.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΩΦΕΛΗ

Η Συμφωνία Σάϊκς-Πικό στην πράξη ουδέποτε ίσχυσε, τουλάχιστον όπως καταγράφηκε στην αρχική της μορφή. Και όσες διατάξεις της φαίνονται ότι «κληρονομήθηκαν» αναφορικά με την λεγόμενη «μοιρασιά» της Μέσης Ανατολής (εντολές Γαλλίας σε Συρία και Λίβανο, Αγγλίας σε Ιράκ και Παλαιστίνη) ήσαν ως επί το πλείστον αποτέλεσμα της ήττας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, των δυναμικών στρατιωτικών κινήσεων των δύο Μεγάλων Δυνάμεων και των διπλωματικών χειρισμών που ακολούθησαν. Αυτήν την πραγματικότητα αποτύπωσε η τελική Συνθήκη της Λωζάννης.

Η ανάληψη της γαλλικής εντολής στην Κιλικία αποδείχτηκε επιζήμια για την Γαλλία και τους Συμμάχους της, αφού την ανάγκασε να διευθετήσει εσπευσμένα την σε βάρος της κατάσταση στην περιοχή αυτή, διασπώντας τον συμμαχικό δεσμό και δίνοντας χρόνο στον Κεμάλ να ανατρέψει το σκηνικό της Ανατολής και να αναγνωριστεί διεθνώς. Η γαλλο-τουρκική προσέγγιση και η Συμφωνία Μπουγιόν-Κεμάλ αποτέλεσε κρίσιμη καμπή τόσο για την εξέλιξη του μετώπου της Μικράς Ασίας όσο και για τις σχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Αν προσπαθήσουμε να ισοζυγίσουμε τα κέρδη και τις απώλειες της Ελλάδας και της Τουρκίας στην Συνθήκη της Λωζάννης θα διαπιστώσουμε μια κατάσταση «λεπτής ισορροπίας». Οι απώλειες της Ελλάδας δεν ήσαν περισσότερες από τα εδαφικά οφέλη που θα μπορούσε να «κρατήσει» και από εκείνα που είχε ήδη δικαιωματικά κατακτήσει ως αποτέλεσμα προηγούμενων νικηφόρων πολέμων της και επιτυχών διπλωματικών χειρισμών της. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα α) διατήρησε τα νησιά του Β. Αιγαίου που της είχαν αποδοθεί από το 1913 και 1914, παρά την αμφισβήτησή τους από την Τουρκία και την Ιταλία, β) επιβεβαίωσε την κυριαρχία της στην Δυτ. Θράκη, παρά την διεκδίκησή της από την Τουρκία και την Βουλγαρία, γ) διευθέτησε το ζήτημα του Αγ. Όρους, παρά τις ρωσικές αξιώσεις, δ) διέσωσε την έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. «Εκκένωσε» την Σμύρνη και την Ανατολική Θράκη, που στην ουσία δεν είχε καν προλάβει να τις αφομοιώσει.

Όσον αφορά την Τουρκία, οι απώλειές της ήσαν μάλλον περιορισμένες. Δεν κράτησε τα νησιά του Β. Αιγαίου που τα είχε ήδη «χάσει» από το 1913, ούτε τις αραβικές επαρχίες, την αποκοπή των οποίων από τον οθωμανικό κορμό είχε δεχθεί το ίδιο το «Εθνικό Συμβόλαιο» του Κεμάλ, εφόσον θα πορεύονταν προς την ανεξαρτησία τους. Αντίθετα, επέτυχε την οριστική εκδίωξη μεγάλου τμήματος του ελληνισμού και του ξένου στοιχείου από τον τουρκικό χώρο και ακύρωσε τις διαμελιστικές προτάσεις για την Αρμενία και το Κουρδιστάν, ενώ κατήργησε τις διαχρονικές και εξευτελιστικές διομολογήσεις.

Με δύο λόγια, το οικοδόμημα της Συνθήκη της Λωζάννης είναι ένα ιδιαίτερα συμπαγές οικοδόμημα, αφού στηριζόταν σε τρεις δομημένους πυλώνες:

(α) Στον «νομικό πυλώνα», όπου νομική επιχειρηματολογία υπέρ της αρχής της «pacta sunt servanda» (τήρηση των συμπεφωνημένων) και κατά της αθεμελίωτης επίκλησης της ρήτρας rebus sic stantibus (εφόσον τα πράγματα παρέμεναν ως είχαν) είναι αδιάσειστη και αποκρούει οιεσδήποτε «αιχμές» για τυχόν αναθεώρηση της Συνθήκης.

(β) Στον «ιστορικό πυλώνα», αφού στην ουσία ενσωμάτωνε σειρά προηγούμενων διεθνών πράξεων ποικίλων μορφών (συμφωνίες, μονομερείς διακηρύξεις, διεθνείς αποφάσεις), απότοκες πληθώρας ιστορικών συμβάντων και τεσσάρων πολέμων (Ιταλο-τουρκικός του 1911-1912, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατικός πόλεμος 1920-1922), τις οποίες αναγνώριζε και νομιμοποιούσε, έστω και των εκ των υστέρων.

(γ) Στον «πολιτικό πυλώνα», δηλαδή στο γεγονός ότι η Συνθήκη της Λωζάννης επιτύγχανε τον συμβιβασμό των συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών, με τρόπο αρκετά ισόρροπο, στην βάση της αρχής του «win-win».

Η Συνθήκη της Λωζάννης είναι και από αυτές τις τρεις απόψεις δύσκολο να κλονιστεί. Πώς είναι δυνατό να ανατραπεί ένα τέτοιο ήδη διαμορφωμένο καθεστώς μέσα από έναν πολιτικά ανιστόρητο αναθεωρητισμό και έναν νομικά ακλόνητο ιστό, ιδίως όταν επιχειρείται να αμφισβητηθεί από μια πλευρά και μάλιστα με μονομερή τρόπο;

*** Το θέμα αποτελεί προδημοσίευση της εισήγησης του συγγραφέα στην συζήτηση της Στρογγυλής Τραπέζης που διοργάνωσε το Ινστιτούτο για τη Μεσόγειο στις 8 Φεβρουαρίου 2017, με θέμα «Διεθνείς Συνθήκες στην Ανατολική Μεσόγειο-Συνθήκη της Λωζάννης και άλλες διευθετήσεις», η οποία θα περιληφθεί στην Σειρά Εκδόσεων του Ινστιτούτου για τη Μεσόγειο «Mediterranenan Agenda», με τις απαραίτητες, λόγω των αναγκών της έκδοσης, διασαφηνίσεις.

ΧΑΡΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΡΜΠΟΥΝΗΣ
Πρέσβυς ε.τ. Έχει υπηρετήσει σε ποικίλες θέσεις στο εξωτερικό (Ν. Υόρκη, Αλεξάνδρεια, Βελιγράδι, Βρυξέλλες) και έχει διατελέσει διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου στην Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Είναι συγγραφέας βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων για τις διεθνείς σχέσεις και τα εθνικά θέματα, ενώ έχει διδακτική προσφορά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Του Πρέσβυ ε.τ. Χάρη Καραμπαρμπούνη

Μοίρασε το άρθρο!