«Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή, μανούλα μου!»

241023-tears

Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή
μάνα μου και πως βγαίνει

ουδέ κι αν τρέξει ο ποταμός
μάνα μου δε την πλένει

Τι να μου κάνουν δάκρυα δυο
και στεναγμοί σαρανταδυό, μανούλα μου
τι κι αν το δάκρυ μου νωπό
βουβό το στόμα και πικρό, μανούλα μου

Και τρέχω κάποιον για να βρω
να με ρωτάει και τον ρωτώ
τι θα γενεί, τι θα γενεί
ποιος θα πονεί, ποιος θα πονεί

μανούλα μου, μανούλα μου

«Πέλαγο να ζήσω δε θα βρω, σε ψυχή ψαριού, κορμί γατίσιο» λένε οι στίχοι του Σταμάτη Κραουνάκη, στο πιο αυτοβιογραφικό τραγούδι του. «Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή, μανούλα μου!», λένε άλλοι στίχοι του Ιάκωβου Καμπανέλλη στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι μετουσιώνοντας ίσως την ανείπωτη ντροπή που ένιωσε η μάνα ενός από τους αναντικατάστατους συνθέτες της Ελλάδας όταν έμαθε πως ήταν ομοφυλόφιλος.

Τότε, όμως, ήταν αλλιώς, και το κατανοούμε. Αλλά σήμερα; Και καλά όλα τα άλλα(που δεν είναι καλά, αλλά λέμε). Μουσική δεν ακούνε οι υποστηρικτές του σκοταδισμού και του Μεσαίωνα; Θέατρο δεν πάνε; Βιβλία δε μελετάνε; Λογοτεχνία δε διαβάζουνε; Τίποτα δεν τους αγγίζει; Σε ποιόν αιώνα ζούνε;

Ρητορικές ερωτήσεις, για άτομα που δεν βλέπουν, δεν ακούν, δεν νιώθουν, μόνο ξέρουν μιλάνε. Με μυαλό-μπετόν που δεν το διαπερνά τίποτε. Μόνο το δόγμα τους, η άκαμπτη κατασκευασμένη “λογική” τους.

Και το ερώτημα παραμένει για την ταυτότητα του κάθε ανθρώπου κι είναι το μοναδικό. Γιατί ούτε το όνομα, ούτε το επίθετο, ούτε το φύλο, ούτε η καταγωγή, ούτε το θρήσκευμα. Το ερώτημα είναι ένα: Είμαι άνθρωπος;

Αυτό το ερώτημα μπορεί να καταγραφεί με ανεξίτηλο μελάνι δίπλα στο κάθε δακτυλικό αποτύπωμα; Ή θα περνάμε από τη ζωή οι περισσότεροι, νομίζοντας ότι είμαστε άνθρωποι επειδή αποκτήσαμε μια κρατική αστυνομική ταυτότητα;

«Απόμεινα τότε, θυμάμαι, εκεί, κάτω από τη μεγάλη γαλαρία, γερμένος για κάμποση ώρα πάνω στη βαριά σιδεριά της καστρόπορτας, να κλαίω με αναφιλητά, ώσπου μέσα στο βούρκο του μυαλού μου άστραψε η σκέψη πως από κείνη την ώρα ήμουνα πια εγώ η μοναδική, η πιο μεγάλη ντροπή του Φρουρίου. Σκέφτηκα τις μέγαιρες αφρισμένες να με διώχνουνε, να με κατασπαράζουνε και να με ματώνουνε με τα νύχια και με τα δόντια τους. Τότε ένα σαρδόνιο γέλιο ξεχύθηκε από μέσα μου και μια δύναμη, που δεν ξέρω από πού ήρθε, έσφιξε τις γροθιές μου. Ένιωσα άτρωτος. Έκανα αμέσως μεταβολή και τράβηξα αποφασισμένος, με το κεφάλι ψηλά και με βήμα γοργό κατά το σπίτι μας. Στα παραθύρια πια δεν έστεκε καμιά. Δεν είδε καμιά τη δύναμη μου. Εκείνο το πρωί δεν πήγα στο μαγαζί. Αλλά ούτε θυμάμαι να ξανάνιωσα ποτέ τόσο άτρωτος όσο εκείνη τη μέρα», λέει κι ο Κωσταντής, ο ήρωας του Γιάννη Μακριδάκη στον Ήλιο με δόντια.

Και το ερώτημα, για τη ντροπή, παραμένει. Την άλλη, όμως, ντροπή. Που δεν γίναμε ακόμη άνθρωποι. Που δεν καταλαβαίνουμε ακόμα τι θα πει: «Πέλαγο να ζήσω δε θα βρω, σε ψυχή ψαριού, κορμί γατίσιο».  Που δεν θέλουμε να καταλάβουμε, όλοι οι άψυχοι. Πόσο ντροπή. Όχι για χθες. Για σήμερα, μανούλα μου!

Κρυσταλία Πατούλη
afigisizois.wordpress.com

 

Μοίρασε το άρθρο!